Η Σέρι Τερκλ θα μας θέσει ένα σπουδαίο ερώτημα:

Όσο περιμένουμε περισσότερα από την τεχνολογία, περιμένουμε λιγότερα ο ένας απ’ τον άλλο; Η Τερκλ μελετάει το πώς οι συσκευές μας και οι ηλεκτρονικές προσωπικότητες επαναπροσδιορίζουν την ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία — και μας ζητάει να σκεφτούμε καλά τα νέα είδη επαφής που θέλουμε να έχουμε.
«Το 1996 η κόρη μου ήταν 5 χρονών και είχα μόλις γράψει ένα βιβλίο που εγκωμίαζε τη ζωή μας στο διαδίκτυο και επρόκειτο να μπω στο εξώφυλλο ενός περιοδικού. Εκείνες τις ξέγνοιαστες εποχές, πειραματιζόμασταν με τα τσατ ρουμ και τις ηλεκτρονικές εικονικές κοινότητες. Εξερευνούσαμε διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας. Και μετά βγάζαμε την πρίζα.Ήμουν ενθουσιασμένη. Και, σαν ψυχολόγος, αυτό που με ενθουσίαζε περισσότερο ήταν η ιδέα ότι θα χρησιμοποιούσαμε ό,τι μάθαμε στον εικονικό κόσμο για τον εαυτό μας, για την ταυτότητά μας, για να ζήσουμε καλύτερα στον πραγματικό κόσμο.
Τώρα, η κόρη μου είναι 20. Πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Κοιμάται με το κινητό της, το ίδιο κάνω κι εγώ. Και έχω μόλις γράψει ένα καινούργιο βιβλίο αλλά αυτή τη φορά δεν είναι κάποιο που θα με βάλει στο εξώφυλλο των περιοδικών τεχνολογίας όπως τότε Τι συνέβη λοιπόν; Είμαι ακόμα ενθουσιασμένη με την τεχνολογία, αλλά πιστεύω, και είμαι εδώ για να το αποδείξω, ότι την αφήνουμε να μας πάει σε μέρη που δε θέλουμε να πάμε.
Τα τελευταία 15 χρόνια, έχω μελετήσει τεχνολογίες κινητής επικοινωνίας και έχω πάρει συνεντεύξεις από εκατοντάδες ανθρώπους, νέους και μεγαλύτερους σχετικά με τις ηλεκτρονικές τους ζωές. Και αυτό που βρήκα είναι ότι οι μικρές μας συσκευές, αυτές οι μικρές συσκευές στις τσέπες μας, είναι τόσο ψυχολογικά ισχυρές που δεν αλλάζουν μόνο αυτό που κάνουμε, αλλάζουν αυτό που είμαστε. Μερικά από τα πράγματα που κάνουμε τώρα με τις συσκευές μας είναι πράγματα που, μόλις μερικά χρόνια πριν, θα τα βρίσκαμε παράξενα ή ενοχλητικά, αλλά έχουν γρήγορα αρχίσει να φαίνονται οικεία, ο τρόπος που απλά κάνουμε τα πράγματα.
Οι άνθρωποι στέλνουν μηνύματα ή email κατά τη διάρκεια όλων των συναντήσεών τους είτε αυτές είναι επαγγελματικές είτε είναι προσωπικές. Στέλνουν μηνύματα και ψωνίζουν και μπαίνουν στο Facebook κατά τη διάρκεια μαθημάτων, των συνεδριάσεων, της βόλτας, γενικά όλων τους των συναντήσεων.
Οι γονείς στέλνουν μηνύματα και email στο πρωινό και στο δείπνο ενώ τα παιδιά παραπονιούνται ότι δεν έχουν την πλήρη προσοχή των γονιών τους. Αλλά μετά, αυτά τα ίδια παιδιά αρνούνται την πλήρη προσοχή το ένα στο άλλο. Έβλεπα χθες μια πρόσφατη φωτογραφία της κόρης μου και των φίλων της που είναι μαζί ενώ δεν είναι μαζί. Στέλνουμε μηνύματα ακόμα και στις κηδείες. Απομακρύνουμε τον εαυτό μας από τη θλίψη ή την απορρόφησή μας και βυθιζόμαστε στα τηλέφωνά μας.
Γιατί έχει σημασία αυτό; Έχει σημασία για μένα επειδή πιστεύω ότι ετοιμάζουμε τον εαυτό μας για μπελάδες. Μπελάδες σίγουρα στο πως σχετιζόμαστε μεταξύ μας, αλλά επίσης μπελάδες στο πώς σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και την ικανότητά μας για αυτοστοχασμό. Συνηθίζουμε έναν νέο τρόπο για να είμαστε μόνοι μας μαζί με άλλους.
Αυτό όμως μπορεί να είναι πρόβλημα για έναν έφηβο που χρειάζεται να αναπτύξει σχέσεις πρόσωπο με πρόσωπο. Ένα 18χρονο αγόρι που χρησιμοποιεί μηνύματα σχεδόν για τα πάντα μου λέει νοσταλγικά, «Κάποια μέρα, κάποια μέρα, αλλά σίγουρα όχι τώρα, θα ήθελα να μάθω πώς να κάνω μια συζήτηση.»
Όταν ρωτάω τους ανθρώπους «Ποιο είναι το πρόβλημα με τη συζήτηση;» Αυτοί απαντούν: «Θα σου πω τι πρόβλημα υπάρχει με τη συζήτηση. Λαμβάνει χώρα σε πραγματικό χρόνο και δεν μπορείς να ελέγξεις αυτό που θα πεις.» Αυτή λοιπόν είναι η ουσία. Μηνύματα, email, αναρτήσεις, όλα αυτά τα πράγματα μας επιτρέπουν να παρουσιάζουμε τον εαυτό μας όπως θέλουμε να είναι. Μπορούμε να επεξεργαστούμε, κι αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να διαγράψουμε, κι αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να ρετουσάρουμε, το πρόσωπο, τη φωνή, τη σάρκα, το σώμα – όχι πολύ λίγο, όχι πάρα πολύ, απλώς όσο πρέπει.
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πλούσιες και πολύπλοκες και είναι απαιτητικές. Και μπορούμε να τις καθαρίσουμε με την τεχνολογία. Και όταν το κάνουμε, ένα από τα πράγματα που μπορούν να συμβούν είναι ότι θυσιάζουμε τη συζήτηση προς όφελος της αμιγούς σύνδεσης. Ξεγελάμε τον εαυτό μας. Και με τον καιρό, φαίνεται να το ξεχνάμε ή φαίνεται ότι σταματάμε να ενδιαφερόμαστε.
Χρησιμοποιούμε συζητήσεις με άλλους πρόσωπο με πρόσωπο για να μάθουμε πώς να συζητάμε με τον εαυτό μας. Επομένως, η αποφυγή μιας συζήτησης μπορεί να έχει πραγματικά σημασία επειδή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ικανότητά μας για αυτοστοχασμό. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν, αυτή η ικανότητα είναι το θεμέλιο της ανάπτυξης.
Όλο και περισσότερο ακούω, «Θα προτιμούσα να στέλνω μηνύματα παρά να μιλάω.» Και αυτό που βλέπω είναι ότι οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει τόσο να ξεγελιούνται ν’ απαρνηθούν την πραγματική συζήτηση, είναι τόσο συνηθισμένοι να περνούν με λιγότερα, που γίνονται σχεδόν πρόθυμοι ν’ απαλλαχθούν εντελώς από τους ανθρώπους. Έτσι για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι μοιράζονται μαζί μου αυτή την επιθυμία, ότι κάποια μέρα μια πιο εξελιγμένη έκδοση της Siri, της ψηφιακής βοηθού του iPhone της Apple, θα μοιάζει περισσότερο με τον καλύτερο φίλο, κάποιον που θα ακούει, όταν οι άλλοι δε θα ακούν. Πιστεύω ότι αυτή η επιθυμία αντικατοπτρίζει μια οδυνηρή αλήθεια που έμαθα τα τελευταία 15 χρόνια. Το να νιώθω ότι κανείς δεν με ακούει είναι πολύ σημαντικό στις σχέσεις μας με την τεχνολογία. Για αυτό είναι τόσο δελεαστικό να έχουμε μια σελίδα στο Facebook ή νέες αναρτήσεις στο Twitter – τόσοι πολλοί αυτόματοι ακροατές. Και το συναίσθημα ότι κανείς δεν με ακούει μας κάνει να θέλουμε να ξοδέψουμε χρόνο με μηχανήματα που φαίνονται να νοιάζονται για εμάς. Έχουμε χάσει τόσο την εμπιστοσύνη μας ότι θα είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλον; Περιμένουμε περισσότερα από την τεχνολογία και λιγότερα ο ένας από τον άλλο. Και ρωτώ τον εαυτό μου, «Πώς έφτασαν τα πράγματα μέχρι εδώ;»
Και πιστεύω ότι είναι γιατί η τεχνολογία μας ελκύει περισσότερο όταν είμαστε περισσότερο ευάλωτοι. Και είμαστε ευάλωτοι. Είμαστε μοναχικοί, αλλά φοβόμαστε την οικειότητα. Και έτσι επιλέγουμε τα κοινωνικά δίκτυα και τεχνολογίες που θα μας δώσουν την ψευδαίσθηση της συντροφιάς χωρίς της απαιτήσεις της φιλίας. Στρεφόμαστε στην τεχνολογία για να μας βοηθήσει να νιώσουμε συνδεδεμένοι με τρόπους που μπορούμε να ελέγξουμε άνετα. Αλλά δεν είμαστε τόσο άνετοι. Δεν έχουμε τον πλήρη έλεγχο.
Αυτές τις μέρες, τα τηλέφωνα στις τσέπες μας αλλάζουν το μυαλό και την καρδιά μας επειδή μας προσφέρουν τρεις ευχάριστες φαντασιώσεις. Πρώτον, ότι μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας οπουδήποτε θέλουμε, δεύτερον, ότι θα ακουγόμαστε πάντα και τρίτον, ότι δε θα χρειαστεί ποτέ να είμαστε μόνοι. Και αυτή η τρίτη ιδέα, ότι δε θα χρειαστεί ποτέ να είμαστε μόνοι, είναι κεντρική για να αλλάξει η ψυχή μας. Επειδή τη στιγμή που οι άνθρωποι είναι μόνοι, ακόμα και για μερικά δευτερόλεπτα, αγχώνονται, πανικοβάλλονται, κινούνται νευρικά, ψάχνουν μια συσκευή. Αλλά εδώ η σύνδεση μοιάζει περισσότερο με σύμπτωμα παρά με θεραπεία. Εκφράζει, αλλά δε λύνει, ένα υποκείμενο πρόβλημα. Αλλά περισσότερο από σύμπτωμα, η συνεχής σύνδεση αλλάζει τον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται τον εαυτό τους. Δημιουργεί ένα νέο τρόπο ύπαρξης.
Ο καλύτερος τρόπος να το περιγράψουμε είναι «Μοιράζομαι άρα υπάρχω.» Χρησιμοποιούμε την τεχνολογία για να ορίσουμε τον εαυτό μας μοιράζοντας με άλλους τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας ακόμα και τη στιγμή που τα έχουμε. Επομένως πριν ήταν: Έχω ένα συναίσθημα, θέλω να πάρω ένα τηλέφωνο. Τώρα είναι: Θέλω να νιώσω ένα συναίσθημα,πρέπει να στείλω ένα μήνυμα. Το πρόβλημα με το νέο αυτό καθεστώς του «Μοιράζομαι άρα υπάρχω» είναι ότι, αν δεν έχουμε σύνδεση, δεν αισθανόμαστε ο εαυτός μας. Σχεδόν δεν αισθανόμαστε τον εαυτό μας. Οπότε τι κάνουμε; Συνδεόμαστε ολοένα και περισσότερο. Αλλά κάνοντάς το αυτό, προετοιμάζουμε τον εαυτό μας να απομονωθεί.
Πως φτάνουμε από την σύνδεση στην απομόνωση; Καταλήγετε απομονωμένοι αν δεν καλλιεργήσετε την ικανότητα για μοναχικότητα, την ικανότητα να μείνετε μόνοι σας, να ανασυγκροτηθείτε. Η μοναχικότητα είναι εκεί που βρίσκετε τον εαυτό σας ώστε να απευθυνθείτε σε άλλους ανθρώπους και να δημιουργήσετε πραγματικούς δεσμούς. Η Μοναχικότητα είναι είναι θετική, είναι υγεία, είναι η χαρά του να είσαι ο εαυτός σου, του να έχεις το δικό σου χώρο και λίγο χρόνο με τον εαυτό σου για να τον αγαπήσεις. Μόνο η αγάπη σου δίνει το κουράγιο να είσαι μόνος, μόνο η αγάπη δημιουργεί τις προϋποθέσεις να είσαι μόνος, μόνο η αγάπη σε γεμίζει τόσο βαθιά ώστε να μην έχεις ανάγκη τον άλλον. Όταν δεν έχουμε την ικανότητα για μοναχικότητα, στρεφόμαστε σε άλλους ανθρώπους προκειμένου να νιώσουμε λιγότερο αγχωμένοι ή προκειμένου να αισθανθούμε ζωντανοί. Όταν αυτό συμβαίνει, δε μπορούμε να εκτιμήσουμε ποιοι είναι. Είναι σαν να τους χρησιμοποιούμε σαν ανταλλακτικά για να υποστηρίξουμε την εύθραυστη έννοια του εαυτού μας. Καταλήγουμε να σκεφτόμαστε ότι αν είμαστε πάντοτε συνδεδεμένοι αυτό θα μας κάνει να νιώθουμε λιγότερο μόνοι. Αλλά κινδυνεύουμε, γιατί στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Αν δε μπορούμε να ζήσουμε και να αγαπήσουμε πραγματικά τους άλλους και τον εαυτό μας, θα καταλήξουμε στην μοναξιά. Η μοναξιά είναι αρνητική κατάσταση, σημαίνει πως διψάς για τον άλλο, πως είσαι βυθισμένος στα σκοτάδια της απόγνωσης, πως είσαι φοβισμένος, πως αισθάνεσαι παρατημένος, πως δε σε χρειάζεται κανείς.
Αρχίστε να σκέφτεστε τη μοναχικότητα σας σαν κάτι καλό. Κάντε χώρο γι’ αυτήν. Βρείτε τρόπους να την παρουσιάσετε σαν αξία στα παιδιά σας. Δημιουργήστε ιερούς χώρους στο σπίτι – την κουζίνα, την τραπεζαρία – και χρησιμοποιήστε τους για συζήτηση. Κάντε το ίδιο και στη δουλειά. Στη δουλειά είμαστε τόσο απασχολημένοι με το να επικοινωνούμε που δεν έχουμε συχνά χρόνο να σκεφτούμε, δεν έχουμε χρόνο να μιλήσουμε, για τα πράγματα που έχουν πραγματικά σημασία. Αλλάξτε το αυτό. Κυρίως, όλοι χρειαζόμαστε πραγματικά να ακούμε ο ένας τον άλλον, συμπεριλαμβανομένων των βαρετών κομματιών. Επειδή όταν σκοντάφτουμε ή διστάζουμε ή χάνουμε τα λόγια μας, τότε αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας στους άλλους. Αλλά μαζί με αυτόν και την αλήθεια μας. Είμαι αισιόδοξη. Έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε για να ξεκινήσουμε. Έχουμε ο ένας τον άλλο. Και έχουμε τη μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας αν αναγνωρίσουμε την αδυναμία μας.
Στη δουλειά μου, ακούω ότι η ζωή είναι σκληρή, οι σχέσεις είναι γεμάτες κινδύνους. Και μετά υπάρχει η τεχνολογία – απλούστερη, ελπιδοφόρα, αισιόδοξη, νεανική. Είναι σαν να καλούμε ενισχύσεις. Μια διαφημιστική εκστρατεία υπόσχεται ότι με ηλεκτρονικά και με άβαταρ, μπορείτε «Επιτέλους, να αγαπήσετε τους φίλους σας, να αγαπήσετε το σώμα σας, να αγαπήσετε τη ζωή σας, με ηλεκτρονικά και με άβαταρ.» Μας έλκει το εικονικό ειδύλλιο, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που μοιάζουν με κόσμους, η ιδέα ότι τα ρομπότ, τα ρομπότ, θα γίνουν κάποτε οι πραγματικοί μας σύντροφοι. Ξοδεύουμε ένα βράδυ στο κοινωνικό δίκτυο αντί να πάμε μια βόλτα με φίλους.
Αλλά οι φαντασιώσεις μας για υποκατάσταση μας έχουν στοιχίσει. Τώρα όλοι πρέπει να εστιάσουμε στους πολλούς, πολλούς τρόπους που η πραγματική ζωή μπορεί να μας οδηγήσει πίσω στις πραγματικές μας ζωές, τα δικά μας κορμιά, τις δικές μας κοινότητες, τη δική μας πολιτική, το δικό μας πλανήτη. Μας χρειάζονται. Ας μιλήσουμε για το πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ψηφιακή τεχνολογία, την τεχνολογία των ονείρων μας, για να κάνουμε αυτή τη ζωή, τη ζωή που μπορούμε να αγαπήσουμε.