Σήμερα θα ταξιδέψουμε με την Μελίνα Μερκούρη

Θα πάμε πολλά χρόνια πίσω στην δεκαετία του ’50 και τις Κάννες και θα βρεθούμε 30 χρόνια μετά σε μια υπέροχη ομιλία της το 1986 στην Οξφόρδη με αφορμή τον αγώνα της για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα πίσω στην Ελλάδα..
Ας ξαναθυμηθούμε μια σπουδαία Ελληνίδα που έφυγε σαν σήμερα πριν 24 χρόνια..
Στο Φεστιβάλ των Καννών το Μάιο του 1955 θεωρείτο φαβορί για το βραβείο της καλύτερης γυναικείας ηθοποιού για την ερμηνεία της στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, όμως εκείνη τη χρονιά καμία ηθοποιός δε βραβεύτηκε, επειδή η επιτροπή είχε διχαστεί ανάμεσα σ’ εκείνη και στην Αμερικανίδα Μπέτσι Μπλερ.
Πέντε χρόνια μετά, η Μελίνα Μερκούρη πήρε κατά κάποιον τρόπο τη ρεβάνς, όταν έφυγε από τις Κάννες νικήτρια για την ερμηνεία της ως «Ίλια» στην ταινία-σταθμός «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, με τον οποίο είχαν πρωτογνωριστεί στις Κάννες πέντε χρόνια νωρίτερα.
Για την πρώτη γνωριμία της με τον Ζυλ Ντασέν αναφέρει:
«Ο Μιχάλης Κακογιάννης οργάνωσε μια βραδιά στις Κάννες σ’ ένα θεατράκι όπου προβλήθηκε η ταινία «Στέλλα». Ζήτησε από εμένα και το Γιώργο Φούντα να παρευρεθούμε… Τρία πράγματα με εντυπωσίασαν: η φαντασία του Μιχάλη, που θριάμβευσε πάνω στα περιορισμένα μέσα μας, η μουσική του Μάνου και το παίξιμο του συμπρωταγωνιστή μου Γιώργου Φούντα. Πίστευα πως ήταν καλύτερο από το δικό μου. Όταν η ταινία τελείωσε, ακούστηκαν θερμά χειροκροτήματα. Ο κόσμος ερχόταν να μας συγχαρεί. Αλλά ένας άνθρωπος ήρθε πηδώντας πάνω από τα καθίσματα σαν κατσίκι του βουνού. Ο Μιχάλης είπε: «Να σας συστήσω». Τα μάτια του ήταν πολύ γαλανά. «Η Μελίνα Μερκούρη, ο Γιώργος Φούντας, ο Ζιλ Ντασέν…»
Πάντα μου άρεσε να κατασκοπεύω τον Τζούλι (Ζιλ Ντασέν), όταν έγραφε ένα σενάριο. Όταν του ερχόταν μια ιδέα συνέβαινε πάντα το ίδιο. Τα χέρια του ανέβαιναν στο στόμα του… Λίγα ακόμα λεπτά σιωπής και μετά: «Έχω μια ιδέα για μια ταινία. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να κάνει τους άλλους να σκέπτονται όπως ο ίδιος». Έκανε μια παύση. «Συνέχισε», του είπα. Συνέχισε: «Είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να μπει στο πιο ευτυχισμένο περιβάλλον κι όταν φεύγει καταφέρνει να κάνει τους πάντες δυστυχισμένους. Τα κάνει όλα θάλασσα. Γνωρίζει μια γυναίκα». Με κοίταξε. «Είναι Ελληνίδα». «Κι εκείνος Αμερικανός», είπα εγώ. Ο Τζούλι έγνεψε καταφατικά. «Σωστά. Είναι Αμερικανός. Όπου κι αν πάει, προσπαθεί να επιβάλει τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλώς είναι επικίνδυνα αφελής. Είναι πρόσκοπος. Εκείνη.. Εκείνη είναι τόσο ευτυχισμένη που δεν μπορεί να το υποφέρει. Δεν νομίζει πως θα’ πρεπε να’ναι ευτυχισμένη. Περίμενε ένα λεπτό». Δεν χρειάστηκε να περιμένω. Ήξερα πως είχαμε την επόμενη ταινία μας και πως θα γυριζόταν στην Ελλάδα. Ξεσπάσαμε όλοι σε κραυγές ενθουσιασμού όταν είπε: «Η ιστορία διαδραματίζεται στο λιμάνι του Πειραιά».
Από όλες τις χώρες που εκπροσωπήθηκαν στις Κάννες, η Ελλάδα ήταν η μόνη που δεν έδωσε επίσημη δεξίωση. Οι άνθρωποι της United Artists απογοητεύθηκαν: αυτές οι δεξιώσεις εξασφάλιζαν δημοσιότητα και φωτογραφίες στις εφημερίδες. Ο Τζούλι τους ρώτησε αν εξακολουθούν να πιστεύουν στην ταινία. Είπαν ναι. Τότε ο Τζούλι είπε: «Τότε θα κάνουμε δική μας δεξίωση. Τίποτε το αλύγιστο και το επίσημο. Θα κάνουμε ένα πάρτι που όμοιο του δεν θα ‘χουν ξαναδεί οι Κάννες»… Και δώσαμε πάρτι. Θα μιλήσω με μετριοφροσύνη για την ταινία, για την ηθοποιία μου, για οτιδήποτε, αλλά όχι για εκείνο το πάρτι. Ήταν κάτι το μυθικό. Υπήρχαν εφτακόσιοι άνθρωποι και ξετρελάθηκαν. Ο Μόραλης είχε μεταμορφώσει την ψυχρή αίθουσα του «Ambassador» σε ελληνική ταβέρνα. Ο ήχος του μπουζουκιού, που δεν τον είχαν ξανακούσει ποτέ, τρέλανε τον κόσμο. Δεν είχε σημασία πως δεν ήξεραν τους ελληνικούς χορούς, χόρευαν όλοι. Ιστορίες και φωτογραφίες του πάρτι δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες ολόκληρου του κόσμου. Η ταινία ξεκίνησε με κρότο».
Η μεγάλη νικήτρια των Καννών, η δεύτερη Ελληνίδα ηθοποιός που κέρδιζε διεθνές βραβείο για την ερμηνεία της μετά την Κατίνα Παξινού, παραχώρησε μια συνέντευξη στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ το 1960. Εκεί έλεγε μεταξύ άλλων:
Το ξέρεις ότι το σύνθημα, σήμερα, στη Γαλλία είναι μια φράση του Ντασσέν, που έβαλε στην ταινία; Τη φράση: «Όλοι στο τέλος πηγαίνουν στην ακρογιαλιά». Κυκλοφορεί σ’ όλα τα χείλη, όπως κυκλοφορεί και η μουσική του Μάνου. Γιατί η ταινία του είναι ένα ανοιχτό γράμμα αγάπης για την Ελλάδα. Πήρε ανθρώπους απλούς, του λαού, πονεμένους, και κατάφερε να τους κάνει αγαπητούς σ’ όλο τον κόσμο. Και πώς! Μ’ ένα θέμα τόσο σκαμπρόζικο, που μόνο που τ’ ακούς, λες τι είναι αυτό. Ε, σου λέω εγώ ότι είναι το πιο αγνό θέμα που έγινε ποτέ. Η Ίλια είναι – μην το γελάς – το πιο αγνό πρόσωπο. Έτσι τα κατάφερε ο Ντασσέν. Γι’ αυτό πήραμε το βραβείο. Γι’ αυτό άρεσε η μουσική. Και κάτι ακόμη θα σου πω, που πρέπει. Η ευγενική ψυχή του Ντασσέν συγκινήθηκε από την καλή δουλειά και την ευσυνειδησία των Ελλήνων τεχνικών και γι’ αυτούς μίλησε πολύ και αυτούς ευχαριστώ κι εγώ. Όλοι στην ταινία ήταν Έλληνες, εκτός από το διευθυντή φωτογραφίας, το διάσημο Ζακ Νατώ, που κι αυτουνού η μάνα είναι Ελληνίδα.
Όμως οι συνεντεύξεις της μετά τον θρίαμβο της ταινίας ήταν πολλές. Στο γαλλικό περιοδικό «Σινέ Ρεβού» (Ciné Revue) το Δεκέμβριο του 1960 έλεγε:
«Είμαι πολύ τσιγγάνα για να κάνω κανονική ζωή γυναίκας. Χαίρομαι να ξυπνάω αργά, να κοιμάμαι αργά, να έχω φίλους. Θέλω η μέρα μου να τελειώνει τα χαράματα. Στην πραγματικότητα είμαι μια αδάμαστη τρελή. Γιατί η ευτυχία είναι απλή: Καλή υγεία, πολλοί φίλοι και – για μια γυναίκα – ένας άνδρας να την αγαπά – αυτό είναι η ευτυχία…»
Πολλά χρόνια αργότερα εκείνο το κορίτσι που κέρδισε το βραβείο στις Κάννες είχε γίνει πια υπουγός πολιτισμού. To 1986 προσκλήθηκε να δώσει μια ομιλία στην Oxford Union με θέμα τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Μεταξύ άλλων είπε:
Υπάρχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα. Όπως Υπάρχει ο Δαβίδ του Michael Angelo. Yπάρχει η Αφροδίτη του Da Vinci. Υπάρχει ο Ερμής του Πραξιτέλη. Υπάρχουν οι Ψαράδες στη θάλασσα του Turner. Υπάρχει η Capella Sixtina. Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα.
Παραμένει ένα επιχείρημα παρά το ότι έχει έκτοτε αμφισβητηθεί από πολλούς Βρετανούς περιηγητές στην Ελλάδα την εποχή αυτή. «Οι αδαείς και δεισιδαίμονες Έλληνες ήταν αδιάφοροι για την τέχνη και τα μνημεία τους». Αυτό βέβαια υπονοεί ότι ήταν τυφλοί, ασυνείδητοι και άκαρδοι. Ποιοι; Οι Έλληνες που πολύ μετά τον Περικλή δημιούργησαν τα θαύματα της Βυζαντινής Τέχνης. Οι Έλληνες που, ακόμα και κάτω από την Οθωμανική κατοχή, δημιούργησαν σχολές τέχνης και χειροτεχνίας. Οι Έλληνες που παρά 400 χρόνια τουρκικής κατοχής, διατήρησαν με πείσμα τη γλώσσα και τη θρησκεία τους. Οι ίδιοι Έλληνες που κατά τον αγώνα για την ανεξαρτησία τους έστειλαν στους Τούρκους στρατιώτες βόλια να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους. Ναι, εναντίον τους. Οι Τούρκοι στρατιώτες, κλεισμένοι στην Ακρόπολη, έμειναν από πολεμοφόδια και άρχισαν να καταστρέφουν τις κολώνες για να αφαιρέσουν το μολύβι να κάνουν με αυτό βόλια. Οι Έλληνες τους έστειλαν πολεμοφόδια με το μήνυμα, «Να τα βόλια, μην αγγίξετε τις κολώνες». Μόλις έγινε ανεξάρτητη η Ελλάδα, ένα από τα πρώτα νομοθετικά διατάγματα που πέρασαν από την ελληνική κυβέρνηση ήταν εκείνο για την προστασία και συντήρηση των εθνικών μνημείων. Είναι αυτό αδιαφορία; Θεωρούμε αυτή την κατηγορία τερατώδη. Θα έχετε σίγουρα ακούσει, αλλά επιτρέψτε μου, να επαναλάβω τι είπε ένας γέρος καρδιοπαθής Έλληνας στον J.C. Hobhouse. «Παίρνετε τους θησαυρούς μας. Σας παρακαλώ να τους φυλάξετε καλά. Μια μέρα θα τους ζητήσουμε πίσω». Μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο άνθρωπος αυτός μιλούσε για λογαριασμό του;
Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν για μας τα Μάρμαρα του Παρθενώνα. Είναι η υπερηφάνεια μας, είναι οι θυσίες μας. Είναι το ευγενέστερο σύμβολο τελειότητας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι οι φιλοδοξίες μας και το ίδιο το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητας. Είναι τραγικό όταν σκέφτεσε ότι το 95% του ελληνικού λαού μπορεί ποτέ να μη δει τα λαμπρότερα έργα της ελληνικής δημιουργίας που είχε αναθέσει ο Περικλής και που είχε εκτελέσει η απαράμιλλη μεγαλοφυΐα του Ικτίνου και του Φειδία.
Είμαστε έτοιμοι να πούμε ότι θεωρούμε όλη την πράξη του Elgin σαν άσχετη προς το παρόν. Λέμε στην Βρετανική Κυβέρνηση: Κρατήσατε αυτά τα γλυπτά για δύο σχεδόν αιώνες. Τα φροντίσατε όσο καλύτερα μπορούσατε, γεγονός για το οποίο και σας ευχαριστούμε. Όμως τώρα στο όνομα της δικαιοσύνης και της ηθικής παρακαλώ δώστε τα πίσω. Ειλικρινά πιστεύω ότι μια τέτοια χειρονομία εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας θα τιμούσε πάντα το όνομά της.