Σήμερα θα ταξιδέψουμε στην Γαλλία αλλά και πάλι πίσω στην Ελλάδα για να γνωρίσει έναν σπουδαίο Γάλλο φιλέλληνα

Ο συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ ήταν από τους κυριότερους συντελεστές της προβολής της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γαλλία. Όπως έλεγε, από μικρός αγαπούσε την Ελλάδα χωρίς καν να την έχει γνωρίσει. Πολύ μικρός ακόμα έβλεπαν με την μητέρα του διάφορες καρτ ποστάλ από όλο τον κόσμο. Σταμάτησε στη φωτογραφία της Ακρόπολης και είπε στη μάνα του: «Εγώ, κάποτε, στ’ αληθινά θα πάω εκεί». Στα έντεκά του πάτησε πόδι και είπε στον πατέρα του: «Εγώ θα μάθω αρχαία ελληνικά».
Σπούδασε ηθική φιλοσοφία, κλασσική λογοτεχνία, ινδική φιλοσοφία, νομικά και φιλολογία στο Παρίσι και το 1947, σε ηλικία μόλις 22 ετών, φοιτητής ακόμα της κλασικής φιλολογίας επισκέπτεται την Ελλάδα, όταν έρχεται να παίξει τους «Πέρσες» του Αισχύλου στην Επίδαυρο. Βαθιά επηρεασμένος από την εμπειρία καθώς και από την ελληνική φιλοξενία, ο Ζακ Λακαρριέρ, αποκαλεί την Ελλάδα «αποκάλυψη» της ζωής του.
Τρία χρόνια αργότερα αποφασίζει να ξεκινήσει ένα ταξίδι με τα πόδια από τη Γαλλία με προορισμό την Ινδία, αλλά τελικά φτάνοντας στην Ελλάδα αποφασίζει να μείνει εδώ. Έζησε πολλά χρόνια εδώ, κυρίως στην Κρήτη, την Ύδρα και την Πάτμο. Το 1967 που κηρύσσεται δικτατορία στην Ελλάδα, επιστρέφει στη Γαλλία και εγκαθίσταται στη Βουργουνδία. Υπήρξε λάτρης της αρχαίας και -κυρίως- της σύγχρονης Ελλάδας. Μέσω της δουλειάς του κατάφερε να αναδείξει στο εξωτερικό το σύγχρονο πρόσωπο της Ελλάδας και να το συνδέσει με την ιστορία της.
Όπως έλεγε: «Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ’ άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μία πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά!
Όποιος αναζητά ψήγματα της αρχαίας Ελλάδας, δεν πρέπει να ψάχνει στα μνημεία, ούτε καν στους τόπους, αλλά στον τρόπο ζωής, στην παράδοση, σε μια γιορτή, ακόμα και σ’ ένα λαϊκό παραμύθι…
Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις, που δεν μένει στο τέλος παρά μόνο η αλήθεια.. Στην Ελλάδα η μνήμη δεν γερνάει ούτε ένα δευτερόλεπτο τη χιλιετία..»
Ερωτευμένος με την Ελλάδα που γνώρισε σε πολυάριθμες περιηγήσεις του από το 1947, οδηγήθηκε σε ένα μυθικό ταξίδι από τον Σοφοκλή μέχρι τα ελληνικά νησιά. Ήταν ο άνθρωπος που μετέφρασε στα γαλλικά τον Βασιλικό, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο. Το σύνολο του έργου του τιμήθηκε με το μέγα βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας το 1991. Πέθανε το 2005 και η τελευταία του επιθυμία ήταν να αποτεφρωθεί η σορός του και να σκορπιστεί η τέφρα του στην Ελλάδα! Σε μια κλειστή τελετή, οι στάχτες του φιλέλληνα Ζακ Λακαριέρ, σκορπίστηκαν στη θάλασσα μεταξύ Σπετσών και Ύδρας, ακολουθώντας την επιθυμία του συγγραφέα. Γιατί όπως είχε πει: «Στη Γαλλία, την πατρίδα μου, αισθανόμουν εξόριστος. Εξόριστος από την Ελλάδα. Γι’ αυτό πάντα ξαναγυρνάω..»
Πάμε να διαβάσουμε τις εξομολογήσεις του καθώς ο Λακαριέρ με αμείωτο ενθουσιασμό συναντάει τους μοναχούς του Αγίου Ορους, ανακαλύπτει το έργο του Πρεβελάκη ή μεταφράζει Ηρόδοτο. Εξέδωσε μυθιστορήματα, ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, βιβλία τέχνης καθώς και ένα από τα καλύτερα βιβλία που γράφτηκαν για την Ελλάδα στο εξωτερικό, «Το ελληνικό καλοκαίρι» (1976), το οποίο είναι ένα οδοιπορικό στην αρχαία και τη νεώτερη Ελλάδα με γοητευτικές περιπλανήσεις στο μύθο, την ιστορία, την παράδοση και είναι γεμάτο από ελληνικά τοπία και ελληνικό ήλιο. Στο βιβλίο του «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» ο Λακαρριέρ μιλάει για όλα όσα αγαπάει στην Ελλάδα: το Σολωμό, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Γκάτσο, τον Καζαντζάκη, την ελληνική γλώσσα, τα δελφίνια, το κυπαρίσσι, το ζεϊμπέκικο και το γλυκό του κουταλιού.
«Γιατί αγάπησα την Ελλάδα πριν καν την γνωρίσω; Μόνο από μια φωτογραφία; Γιατί ήθελα να μάθω αρχαία Ελληνικά από μικρό παιδί; Είναι και για μένα αίνιγμα. Μυστήριο. Μεγάλωσα σε μια φτωχή οικογένεια που δεν είχε ούτε ένα, μα ούτε ένα, βιβλίο. «Τι να τα κάνει το παιδί τα αρχαία», αναρωτιόταν ο πατέρας μου, που προσπαθούσε να με στρέψει στα μαθηματικά και τ’ αγγλικά, για να ‘χω πιθανότητα αργότερα να βρω καλύτερη δουλειά. Τελικά ο πατέρας μου υποχώρησε, βάζοντας έναν όρο: να διαβάζω αρκετά όλα του τα μαθήματα, ώστε να μη χάσω καμία χρονιά. Μου έδωσε έξι χρόνια διορία να τελειώσω το Γυμνάσιο. Έτσι και έγινε. Μέσα από τα αρχαία ελληνικά είχα διδαχθεί τις έννοιες της Δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας και ήταν αυτό ένα μάθημα ελευθερίας, ένα μάθημα σκέψεως από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, που θα παραμένει πάντα σύγχρονο.
Μετά το Γυμνάσιο πήγα στη Σορβόννη να σπουδάσω φιλολογία. Και εκεί συνάντησα τον Όμιλο Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, ένα θεατρικό σχήμα στο δυναμικό του οποίου έσπευσα να ενταχθώ. Μαζί με αυτόν τον θίασο, πραγματοποίησα το παιδικό μου όνειρο. Ερχόμαστε στην Ελλάδα, στην Επίδαυρο, για να παρουσιάσουμε τους «Πέρσες» του Αισχύλου, στα γαλλικά… Έτος 1947. Αντί για αρχαίους Έλληνες που είχα στο μυαλό μου, συνάντησα οκτώ χιλιάδες χωρικούς απ’ όλα τα γύρω χωριά που γέμισαν τις κερκίδες της Επιδαύρου και παρακολούθησαν το άπαιχτο ως τότε έργο, αμίλητοι και ακίνητοι επί δύο ώρες, χωρίς να καταλαβαίνουν γρυ γαλλικά! Μάλιστα, κυκλοφόρησε ως ανέκδοτο ότι ένας χωρικός, ακούγοντας τον Χορό να επαναλαμβάνει το helas, helas… (στα γαλλικά σημαίνει αλίμονο) γύρισε και είπε στη γυναίκα του: «Δεν ξέρω τι λένε, αλλά αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να αγαπούν πολύ την Ελλάδα, γιατί συνέχεια μιλούν γι’ αυτήν…»
Ήταν για μένα μια συγκλονιστική εμπειρία. Και το θέατρο… Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι ένα θέατρο μπορεί να έχει μυρωδιές. Αλλά, με το ηλιοβασίλεμα, το άρωμα από τη ρίγανη και το θυμάρι ανεβαίνει προς τα πάνω και γεμίζει την ατμόσφαιρα. Προσθέστε σ’ αυτό τους ήχους από τα πουλιά, τους θεατές και τις φωνές των παιδιών… Εκείνο το βράδυ έγινε ένα τρικούβερτο γλέντι, με όργανα, και ήταν για μένα η καλύτερη συνύπαρξη της αρχαίας με τη νέα Ελλάδα.
Επέστρεψα πίσω στη Γαλλία και σκεφτόμουνα πότε θα ξανάρθω. Μόλις πήρα το πτυχίο σκέφτηκα να μη γίνω αμέσως καθηγητής, να ταξιδέψω πρώτα, να φτάσω ως τις Ινδίες, για να μάθω πράγματα που δεν διδάσκονται σε κανένα σχολείο και σε καμία Σορβόννη. Κι επειδή δεν είχα χρήματα, βγήκα στην έξοδο του Παρισιού, έκανα οτοστόπ σ’ ένα φορτηγό και ξεκίνησα.
Τρεις εβδομάδες αργότερα αποβιβαζόμουν στην Κέρκυρα. Ήμουν ο πρώτος ξένος στο νησί. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και ο ερχομός ενός ξένου πιστοποιούσε την ειρήνη, την ελευθερία. Μου έκαναν λοιπόν μεγάλη υποδοχή. Το ίδιο συνέβη αργότερα και στην Κρήτη. Η φιλοξενία, πολύ ζεστή. Όργωσα το νησί για δύο μήνες. Από χωριό σε χωριό. Κοιμήθηκα στην Κνωσσό και τη Φαιστό. Όπου κι αν πήγα, η αίσθηση ήταν μία. Ο πόλεμος έχει τελειώσει και οι όμορφες μέρες μας περιμένουν μπροστά.. Κι έτσι έμεινα και άρχισα να μαθαίνω τη νέα γλώσσα. Την σύγχρονη. Στα ταξίδια μου δεν μ’ ενδιαφέρει να μάθω για τα τεχνολογικά επιτεύγματα ή τα επιτεύγματα της επιστήμης. Εγώ θέλω πάντα να μαθαίνω για τους ανθρώπους, από τους ανθρώπους. Κι είχα πάντοτε την εντύπωση ότι η σοφία, η αλήθεια κρύβεται σε αυτές τις απλές συναντήσεις. Είναι καταπληκτικό αυτό που συμβαίνει με την Ελλάδα. Δεν είναι ανατολική χώρα, γιατί η ανατολή της είναι η Τουρκία. Δεν είναι ευρωπαϊκή αμιγώς, γιατί ανήκει κυρίως στα Βαλκάνια. Και δεν είναι βαλκανική, γιατί… Είναι λίγο απ’ όλα. Κι αυτό μπορεί να είναι δυστύχημα, αλλά μπορεί να είναι και κάτι πολύ ενδιαφέρον και δημιουργικό. Το που τελειώνει και που αρχίζει η Ελλάδα. Είναι ακριβώς όπως ένα δένδρο. Αν μια χώρα έχει πολλές ρίζες, είναι πιο δυνατή, πιο ζωντανή και μπορεί να πάει ψηλά.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε όλο τον κόσμο… Βρίσκεται στις θάλασσες, εκεί που βρισκόταν πάντα από την εποχή του Οδυσσέα… Υπάρχει μία φράση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη που ορίζει την ελληνική ομορφιά και την οποία αγαπώ ιδιαίτερα, διότι συμπυκνώνει την ουσία σε λίγα λόγια: «Eάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει; με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Σ’ αυτή τη φράση-έμβλημα πιθανόν να μπορούσαμε να προσθέσουμε κάτι σαν ένα εξωκκλήσι, μία εικόνα, έναν περιστερώνα, ή κι αρμυρίκια ακόμα. Αλλά η ουσία είναι ότι το ελληνικό κάλλος είναι το ίδιο λιτό και εξαγνισμένο όσο ένας κυβιστικός πίνακας, όσο κι ένα παιχνίδι σκιάς και φωτός πάνω σ’ ένα τοίχο, σαν γεωμετρικό σχέδιο του Ευκλείδη, σαν το απόλυτο γαλάζιο των τρούλων ή τη λευκότητα μιας εκκλησιάς πάνω σ’ ένα ερημονήσι. Διότι σ’ αυτήν τη χώρα η ομορφιά είναι αυθόρμητη, δεν είναι φτιαγμένη με υπολογισμούς, με μεγαλεία ή με επιτήδευση, αλλά με αέναη ευτυχία στις πιο καθημερινές λεπτομέρειες…
Το θέμα ήταν να σας γνωρίσω μια χώρα, την Ελλάδα στη συγκεκριμένη περίπτωση, κάνοντάς σας να την αγαπήσετε… την Ελλάδα όπως εγώ την έζησα από το πρώτο ταξίδι μου στα 1947 και όπως τη γνώρισα όταν ήμουν ακόμα παιδί από τους αρχαίους ποιητές και συγγραφείς της. Μια Ελλάδα που πάει από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, από τον Ορφέα ως τον Τσιτσάνη μέσα από φωνές, ποιήματα, τραγούδια και έργα που εδώ και τόσα χρόνια επιλέγω και μεταφράζω. Μια Ελλάδα που πηγαίνει επίσης από τον Αναξαγόρα ως το ζεϊμπέκικο, από τη Σαπφώ ως τον Σικελιανό, από τα αμυγδαλωτά ως τα παξιμάδια, από τα ακριτικά τραγούδια ως τα ρεμπέτικα. Περνώντας από τον Ηρόδοτο, τον Διγενή Ακρίτα, τον Μακρυγιάννη και τον Αγγελόπουλο. Με δυο λόγια ένα ταξίδι προσωπικό, ποιητικό, ιστορικό και… γαστρονομικό στη χώρα των ατελείωτων γνώσεων και γεύσεων, την Ελλάδα.
Η Ελλάδα είναι ένα γλυκό του κουταλιού! Παλαιά ελληνική παράδοση που ευτυχώς δεν έχει χαθεί: προσφέρουν στον επισκέπτη, είτε τον περίμεναν είτε όχι, τόσο στα καλά σπίτια όσο και στα πιο ταπεινά καλυβάκια, ένα γλυκό, ένα γλύκισμα φτιαγμένο από την κυρία του σπιτιού, συνήθως από σταφύλι, σύκο ή περγαμόντο. Το σερβίρουν πάνω σ’ ένα δίσκο μαζί με ένα μεγάλο ποτήρι νερό και ένα κουταλάκι, απ’ όπου πήρε και τ’ όνομά του: γλυκό του κουταλιού. Τίποτα το ιδιαίτερο ή το εξωτικό σ’ αυτό, έξω από το γεγονός ότι αυτό το τυπικό του καλωσορίσματος συνοδεύεται πάντα από ένα πλατύ χαμόγελο της οικοδέσποινας. Θα πρέπει να κατανάλωσα δεκάδες επί δεκάδων τέτοια «γλυκάκια του κουταλιού» στην Ελλάδα μέσα σε όλα τούτα τα χρόνια, δε μου μένει όμως τόσο η ελαφρά πικρή γεύση του νεραντζιού ή του σιροπιού από το συκαλάκι, όσο η ανάμνηση από εκείνες τις δεκάδες επί δεκάδων τα χαμόγελα, ορισμένα από τα οποία θα μπορούσαν να συναγωνισθούν με εκείνο της Κόρης της Ακρόπολης.
Η Ελλάδα είναι και τα αμυγδαλωτά! Πλάθονται με αμυγδαλόψιχα. Αλλά τι ψίχα! Ζύμη ελαφρότατη και, το κυριότερο, αρωματισμένη θεσπέσια με ανθόνερο! Αυτά τα γλυκίσματα υπήρξαν πάντα η «σπεσιαλιτέ» των νησιών του Σαρωνικού, συγκεκριμένα της Αίγινας, της Ύδρας, των Σπετσών, όπου είναι τόσο ευχάριστο, το βραδάκι, να τα’ απολαμβάνεις καθισμένος στο λιμάνι, με τη δροσιά, χαζεύοντας τη θροϊστή παρέλαση των καλλονών του νησιού που βολτάρουν μπροστά σου. Τότε, στη γλύκα των αμυγδαλωτών έρχεται να προστεθεί, σαν μια ευωδιά των ευτυχισμένων και αρκαδικών χρόνων, το άρωμα των ακτών των Κυθήρων!
Για να γράψω όλα αυτά δεν είχα κρατήσει σημειώσεις και το θέμα ήταν ότι έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε αναμνήσεις κι εμπειρίες 25 χρόνων. Δεν ήθελα να κάνω ένα προσωπικό ημερολόγιο, αλλά να πω κάτι περισσότερο: ότι η Ελλάδα υπάρχει ακόμη. Ότι δεν έχει πεθάνει, αν και παραμένει μια φτωχή χώρα. Δεν ήταν ένας ύμνος για την Ελλάδα, δεδομένου ότι υπάρχουν στο βιβλίο και σκληρές σελίδες, σαν αυτή που αναφέρεται στην «Ιοκάστη» τη σχέση δηλαδή της Ελληνίδας μητέρας με το γιο της. Το βιβλίο ήρθε ακριβώς την ώρα που έπρεπε. Τότε που ξεκινούσε ο μαζικός τουρισμός από τη Γαλλία προς την Ελλάδα. Και θέλω να πιστεύω, ότι το βιβλίο μου συνέβαλε σ’ αυτό.
Έκανα και κάνω πολλά ταξίδια στην Ελλάδα. Η τελευταία εικόνα μου: ένα νησί του Αιγαίου, άδεντρο, μ’ ένα μοναδικό χωριό• τοπίο απογυμνωμένο με τη μιζέρια και την ομορφιά συναρμοσμένες σαν δυό πλαγιές του ίδιου λόφου. Μιζέρια και ομορφιά. Σύζευξη των αντιθέτων, όπως η φράση του Ηράκλειτου που τα κυκλαδίτικα τοπία δεν παύουν να τη συλλαβίζουν μέσα στο φως τους: «Αρμονίη κόσμου παλίντροπος». Μια αρμονία αντιθέτων εντάσεων! Αν η εικόνα αυτού του χαμένου νησιού παραμένει μέσα μου τόσο έντονη, είναι ίσως επειδή στάθηκε η τελευταία. Ωστόσο, κοιτώντας απ’ την απόσταση του χρόνου, συνειδητοποιώ μέχρι ποιου σημείου μπλέκονται μέσα στη μνήμη μου οι αναμνήσεις σαν σε παιχνίδι αινιγματικό.
Το βιβλίο αυτό, αν και ενηλικιώθηκε, πουλάει ακόμα, γιατί δίνει μιαν εικόνα της Ελλάδας που είναι μόνιμη. Όπως είπε κι ο Σεφέρης όταν πήρε το Νόμπελ, «όταν υπάρχει μια γλώσσα, τότε υπάρχει μια χώρα». Δεν υπάρχει η Ελλάδα η αρχαϊκή, η Ελλάδα η βυζαντινή, η Ελλάδα η σημερινή. Υπάρχει μόνον η Ελλάδα…»
«Δεν έχω από σένα άλλη φωτιά παρά τις λέξεις μου. Δεν έχω άλλο όπλο παρά μια κόψη περηφάνιας. Μάχομαι γυμνός, αλειμμένος λάδι, ενάντια στο Χάρο. Αγάπα με, Ελλάδα, βοήθα με ενάντια στο δικό σου θάνατο…» Όπως αναφέρει και η φίλη του Μαίρη Λ. Πόθου έτσι γεννήθηκε Έλληνας από τη μύησή του, από την περιπλάνηση της ψυχής που ήταν περιπλάνηση αυτογνωσίας ποιητικής και ανθρώπινης. Και ξέρουμε πως η μύηση είναι ο μοναδικός δρόμος για την αυτογνωσία. Κι εκείνος από τη νεότητά του είχε μυηθεί στο ορφικό πνεύμα και στη δελφική Ιδέα.
«Πίστευα πως το ‘βλεπα μπροστά μου μα ήταν μέσα μου εκείνο το τοπίο. Ερημίτης περιπλανώμενος σαν όχθη που ψάχνει θάλασσα να περικλείσει. Ταξίδευα και πάντα το δωμάτιό μου έμοιαζε με κελί μοναχού (δωμάτιο σε νησί του Αιγαίου): γυμνό, κάτασπρο, με μια εικόνα μόνο στον τοίχο. Πάντα ονειρευόμουν μια τέτοια λιτότητα για να γράψω. Κι έτσι ταξίδευα. Ταξίδεψα για να καταλάβω τις λέξεις. Να ακούσω την κραυγή του Ίκαρου καθώς πέφτει / στο γαλάζιο των άστρων. Από κείνη την κραυγή, από κείνο το όνειρο γεννήθηκα.