Διάφορα

ΣΤΑΘΕΡΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΑΞΙΑ.

Με ιστορία που ξεκινά το 1985 από τα Ερτζιανά: FM, AM, και στην συνέχεια στο Internet.

Ο δημιουργός του σταθμού Κωνσταντίνος Κριεκούκης, έδειχνε μια ιδιαίτερη αγάπη στην μουσική, και σε κάθε είδους ηλεκτρονικό υπήρχε διαθέσιμο από τότε.

 

Το έτος 1991 το πρώτο σοβαρό πλήγμα...(είπαμε πρώτο γιατί ακολούθησαν ακόμη 2... ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ) με την αρπαγή (κλέψιμο) του πομπού και των υπολοίπων μηχανημάτων RF από τον χώρο λειτουργίας τους, την στιγμή όπου ο σταθμός είχε γίνει πλέον γνωστός στην κοινωνία της Μάνδρας και ευρύτερα σε ολόκληρο το Θριάσιο Πεδίο, αφού η απρόσκοπτη λειτουργία του αποτελούσε μονόδρομο. Αυτό έδωσε άλλα μέτρα και σταθμά στη λειτουργία του σταθμού, έγιναν πολλές αλλαγές τόσο στα μηχανήματα RF, όσο και στο πρόγραμμα του σταθμού.

 

Τα δεδομένα όμως άρχισαν να αλλάζουν. Η εξέλιξη μας βρήκε σύμφωνους, η αυτοματοποίηση και οι ευκολίες της τεχνολογίας είχαν μπει και στο δικό μας προγραμματικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Η περίφημη κασέτα και το βινύλιο παραχώρησαν τη θέση τους στα mini disk και τα cds, που με την σειρά τους έδωσαν τη σκυτάλη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου σε συνδυασμό με την πρόσβαση στο διαδίκτυο μηδενίζοντας χρόνο και αποστάσεις γίναμε μονάδες της νέας εποχής, αφού πλέον ο σταθμός «Radio In» ακούγεται σε όλο των Κόσμο μέσω διαδικτύου.

 

Καταφέραμε τον απλό δέκτη-ακροατή να τον κάνουμε μέλος μιας ακόμα μεγαλύτερης παρέας και να εξασφαλίσουμε ποιοτικά την ακόμα καλύτερη λειτουργία του σταθμού. Το RadioIn είναι το web radio που παίζει την καλύτερη μουσική από το σήμερα και το χθες, προσφέροντάς στο κοινό του μοναδικές μουσικές απολαύσεις! Σκοπός του... να σας κρατάει συντροφιά όλη την ημέρα με την καλύτερη μουσική.

Μέρες Ραδιοφώνου.

 

Είναι κάτι μέρες, που μου έρχονται στο μυαλό παλιές καλές εποχές στο ραδιόφωνο.

 

Τέλη δεκαετίας του 80, όταν είναι η άνθιση της Ελεύθερης Ραδιοφωνίας στο φόρτε της, όταν οι παλαιοί «ραδιοπειρατές» περνούν από το χώρο της «παρανομίας», στο χώρο των νομίμων ραδιοσταθμών.

 

Κοντά στα 35 χρόνια από τότε, και η «μπάντα» των FM είναι πλέων ασφυκτικά γεμάτη από διάφορους σταθμούς.

 

Ενημερωτικούς, ψυχαγωγικούς - μουσικούς, εκκλησιαστικούς, πολιτιστικούς κλπ.

 

Ένα σωρό κατηγορίες ραδιοφώνων στην διάθεση των ακροατών, οι οποίοι περίμεναν και περιμένουν πολλά από το ραδιόφωνο.

 

Έτσι, στις αρχές είχαμε ραδιόφωνα με πλήρες «ζωντανό» πρόγραμμα, το οποίο άρχισε όμως να αντικαθίσταται από τους υπολογιστές.

 

Οι περισσότεροι σταθμοί σταμάτησαν την συνεργασία τους με ραδιοφωνικούς παραγωγούς, και το γύρισαν στην play list του υπολογιστή.

 

Τραγούδια χαρακτηριζόμενα ως «επιτυχίες», και καταιγισμός διαφημίσεων οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις κάθε άλλο παρά το ενδιαφέρον του καταναλωτικού κοινού προκαλούν, είναι πια το πρόγραμμα του μεγαλύτερου αριθμού των ραδιοφώνων στην Ελλάδα.

 

Και ο κόσμος εκεί που είχε το δικό του σταθμό να του κρατά συντροφιά, εκεί που άκουγε καμιά κουβέντα, και κανένα τραγούδι της προκοπής, τώρα είναι υποχρεωμένος να ακούει τα ίδια και τα ίδια.

 

Τα ίδια τραγούδια, με διαφορετική σειρά, πάνω από δέκα φορές την μέρα.

 

Σε όποιο ραδιόφωνο και αν γυρίσει.

 

Και ψάχνει, ψάχνει να βρει κάτι που να του θυμίζει τα παλιά.

 

Ακόμα και οι νέοι, ψάχνουν για να ακούσουν κάτι σωστό, πέρα από τα όποια ανυπάρκτου επιπέδου ακούσματα που μέσα σε αυτά χάνονται τα καλά τραγούδια.

 

Με λίγα λόγια, δεν έχουμε πλέων εκπομπές λόγου.

 

Και όσα από τα ραδιόφωνα έχουν τέτοιες, οι περισσότερες είναι ανύπαρκτου επιπέδου, γιατί οι όποιοι «παραγωγοί» και γνώση δεν έχουν γύρω από την μουσική, την μουσική ε, όχι τα «σουξέ», αλλά και όταν επιχειρούν να κάνουν την όποια «ενημέρωση», πολύ απλά παίρνουν μπροστά τους μια εφημερίδα είτε πολιτική είτε κουτσομπολίστικη και ότι βρουν ενδιαφέρον (κατά τα δικά τους δεδομένα πάντα) το διαβάζουν χωρίς καν να αναφέρουν την «πηγή» της είδησης, του κουτσομπολιού.

 

Ευτυχώς που μέσα σε αυτόν τον κανόνα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις.

 

Υπάρχουν αξιόλογες προσπάθειες το ραδιόφωνο να έχει μια αξιοπρεπή παρουσία.

 

Βέβαια, και πάλι δε λείπει ο υπολογιστής, αλλά δεν είναι σε εικοσιτετράωρη βάση, και όχι μόνο αυτό, αλλά έχω ακούσει λίστες με παλιά καλά τραγούδια

 

Ας δούμε όμως γιατί δεν έχουμε ζωντανές εκπομπές, γιατί δεν έχουμε παραγωγούς όπως παλιά.

 

Κάποιοι λένε ότι δεν υπάρχουν πια άτομα που να μπορούν να κάνουν εκπομπές.

 

Δεν υπάρχει «ενδιαφέρον».

 

Δεν λένε όμως το βασικό.

 

Οι ιδιοκτήτες ραδιοσταθμών ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ.

 

Όταν κάποιος πάει να εργαστεί σαν ραδιοφωνικός παραγωγός, το πρώτο που ακούει είναι «Φέρε έναν η δυο χορηγούς για την εκπομπή σου για να πληρωθείς».

 

Βάσει λοιπόν αυτής της λογικής, ο παραγωγός πρέπει να είναι και διαφημιστής αλλιώς δεν πρόκειται να πληρωθεί.

 

Θα πρέπει να φέρει έτοιμα χρήματα στον ιδιοκτήτη του σταθμού, ο οποίος αντί να έχει διαφημιστικό τμήμα, και να πληρώνει όπως πρέπει τους ανθρώπους που στηρίζουν το πρόγραμμα του σταθμού, περιμένει να πάρει, χωρίς ουσιαστικά να δώσει τίποτα.

 

Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δεν έχουμε πλέων εκπομπές.

 

Κανείς δεν πάει να εργαστεί για χόμπι, και από την στιγμή που η επιχείρηση εκμεταλλεύεται το χρόνο του παραγωγού προς το οικονομικό της όφελος, πρέπει να τον πληρώνει.

 

Αλλά, όλοι θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους στο τζάμπα.

 

Για αυτό το λόγο πολλοί κοιτούν να βάλουν πίσω από ένα μικρόφωνο κάποιο νεαρό άτομο που να έχει το «ψώνιο» και να μη ζητάει χρήματα.

 

Έτσι κατάντησε σήμερα το ραδιόφωνο. Για αυτό το λόγω και ο κόσμος ψάχνει συνέχεια το κάτι άλλο, το διαφορετικό, το ανθρώπινο, αυτό που οι επιχειρηματίες ιδιοκτήτες ραδιοσταθμών δεν του το δίνουν.

Περνώντας απ΄ το συμβατικό Ραδιόφωνο… στο Web Radio.

 

Τα Web Radios πρωτοεμφανίστηκαν στην Ελλάδα γύρο στο 2005, και σχεδόν αμέσως άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, θυμίζοντας στους παλαιότερους, κατά  έναν τρόπο, τα παλιά πειρατικά ραδιόφωνα που κατέκλυσαν τις συχνότητες των ερτζιανών έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’80.

 

Κάτι η γοητεία της ελευθερίας που κουβαλούν, κάτι η ευελιξία που δίνουν στους διαχειριστές και τους παρουσιαστές τους για να ξεφεύγουν από τις αυστηρές νόρμες των παραδοσιακών, συμβατικών ραδιοφώνων, κάτι οι μικρές ή μεγάλες κοινότητες που κατάφεραν να σχηματιστούν από στόμα σε στόμα, ευνοώντας τις ανταλλαγές ιδεών, απόψεων και ενδιαφερόντων, εξηγείται η μαζική εμφάνισή τους στον ωκεανό του ελληνικού Διαδικτύου. Ο καθοριστικότερος, όμως, παράγοντας ήταν το χαμηλό τους κόστος, αφού, για να φτιάξει κάποιος ένα Web Radio, χρειάζεται μόνο ένα PC, ένα μικρόφωνο, ένα υποτυπώδες Site και μια παροχή Streaming από αντίστοιχη εταιρεία.

Το κόστος της παροχής αυτής καθορίζεται από την ποιότητα του Streaming και τον αριθμό των ακροατών. Έτσι, συνυπολογίζοντας τα έξοδα συντήρησης του Server, το κόστος ενός Web Radio μπορεί να ξεκινήσει από τα €50 και να ξεπεράσει ακόμη και τα €800- €1.000 τον χρόνο. Φυσικά, το κόστος αυξάνεται ακόμα περισσότερο σε περίπτωση που οι διαχειριστές του αποφασίσουν να το φτιάξουν έτσι ώστε να έχει τα χαρακτηριστικά ενός «παραδοσιακού» ραδιοφώνου, με δικό του χώρο και κανονικό στούντιο.

 

Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου το Διαδίκτυο πλημμύρισε από web radiοs κάθε είδους. Ερασιτεχνικά πρότζεκτ από απλούς φίλους του ραδιοφώνου, home made Web Radios με αξιόλογες μουσικές εκπομπές ή εκπομπές λόγου, αλλά και απολύτως επαγγελματικές προσπάθειες με καθημερινό, ναλλασσόμενο πρόγραμμα, που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα συμβατικά ραδιόφωνα των ερτζιανών και έχουν ή αποκτούν, σιγά-σιγά, τους δικούς τους πιστούς ακροατές. Τι γίνεται, όμως, με αυτές ακριβώς τις επαγγελματικές προσπάθειες που κοστίζουν πολύ περισσότερο σε χρόνο και χρήμα; Πώς συντηρούνται; Παίρνουν διαφήμιση ή χορηγίες; Απ” ό,τι φαίνεται, δεν υπάρχουν και πολλές χορηγίες. Νομίζουμε ωμός ότι αυτό συμβαίνει όχι τόσο εξαιτίας της χαμηλής ακροαματικότητας, αλλά περισσότερο γιατί οι εταιρείες δεν έχουν ακόμα πειστεί ότι το μέσο -που, για να λέμε και την αλήθεια, είναι ακόμα πολύ φρέσκο και δεν έχει δοκιμαστεί- μπορεί να τους αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Επίσης τα Web Radios είναι πάρα πολλά και ποικίλλουν, ανάλογα με το ύφος που θέλει να τους προσδώσει ο εκάστοτε διαχειριστής τους, και έτσι, εκ των πραγμάτων, είναι δύσκολο για τις διάφορες εταιρείες να επιλέξουν ποια είναι αυτά στα οποία θα επιθυμούσαν να διαφημιστούν».

Τα μάλλον αρνητικά δεδομένα που έρχονται από τον τομέα της διαφήμισης και εντείνονται από τις δύσκολες οικονομικές συγκυρίες της εποχής δεν αποθαρρύνουν τις νέες προσπάθειες.

 

«Μετά από μια μακροχρόνια πορεία στα ερτζιανά από το 1985. Το 2007 δειλά-δειλά ξεκίνησα το RadioIn On-Line στο Διαδίκτυο στο ίδιο στιλ όπως τότε. Ένιωσα την ανάγκη να συνεχίσω  αυτό που πραγματικά αγαπάω τόσο πολύ. Σε μια εποχή που οι σταθμοί κλείνουν, μια και οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, αποφάσισα να συνεχίσω αυτό που είχα ξεκινήσει Τριάντα χρόνια πριν, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι το Διαδίκτυο είναι το «δημιουργικό περιβάλλον» του μέλλοντος».

 

Ποια είναι όμως η προοπτική τους; Μπορούν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται με τα συμβατικά ραδιόφωνα ή ακόμα και να  περισχύσουν; Μπορώ να πω ότι είμαι αισιόδοξος: «Τα Web Radios έχουν σίγουρα προοπτική. Παγκοσμίως, η ακρόαση Web ραδιοφώνων αυξάνεται. Εντυπωσιακή είναι όμως και η αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης στο Διαδίκτυο. Όλα δείχνουν πως υπάρχει προοπτική. Οι περισσότεροι είμαστε διαρκώς συνδεδεμένοι, ενημερωνόμαστε, επικοινωνούμε, αγοράζουμε, ανακαλύπτουμε online. Οι συνήθειές μας αλλάζουν, το ίδιο και ο τρόπος που ακούμε ραδιόφωνο. Όσο όμως δεν μπορούμε να ακούσουμε Web Radio στο αυτοκίνητο, τα FM δεν κινδυνεύουν! Συμπερασματικά: προς το παρόν τα ελληνικά Web Radios βασίζονται περισσότερο στο μεράκι των ανθρώπων που αγαπούν το ραδιόφωνο και λιγότερο στις οικονομικές συνθήκες της εποχής. Οι νέες εφαρμογές, η ολοένα αυξανόμενη τάση των ανθρώπων που ακούν Ιντερνετικό ραδιόφωνο μέσω κινητού και, φυσικά, τα net radios που αρχίζουν δειλά-δειλά να μπαίνουν στα αυτοκίνητα είναι ενθαρρυντικά στοιχεία για την προοπτική των Web Radios.

Για να δούμε; Ο χρόνος θα δείξει…