Τι συμβαίνει στο μυαλό μας όταν ερωτευόμαστε;

«Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι ερωτεύονται. Τραγουδούν για τον έρωτα, χορεύουν για τον έρωτα, γραφούν ποιήματα και ιστορίες για τον έρωτα. Λένε θρύλους και μύθους για τον έρωτα. Μαραζώνουν από έρωτα και ζουν από έρωτα, σκοτώνουν από έρωτα και πεθαίνουν από έρωτα».

Πόσοι άνθρωποι στον κόσμο χορεύουν από ευτυχία αυτό ακριβώς το λεπτό; Πόσοι άνθρωποι αγκαλιάζονται και φιλιούνται τώρα κάπου στη Γη; Πόσοι άνθρωποι έχουν αγαπηθεί και αγαπήσει σε τεράστιο βαθμό; Πόσοι άνθρωποι έχουν πονέσει από έρωτα; Πόσοι άνθρωποι αγαπούν κάθε λεπτό που περνά;

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο ισχυρά αισθήματα στη Γη. Είναι εμμονή. Είναι η εθιστικότερη ουσία που υπάρχει. Γι’ αυτό κάνει τους ανθρώπους τόσο χαρούμενους και την ίδια στιγμή μπορεί να προκαλέσει τόσο πόνο. Είναι ένα συναίσθημα που υπάρχει σε κάθε κοινωνία, σε κάθε λαό, σε κάθε πολιτισμό.

Τι γίνεται, όμως, στο μυαλό μας, όταν είμαστε ερωτευμένοι; Πώς λειτουργεί ο έρωτας; Τι προκαλεί;

Όταν ερωτευόμαστε…

Όσο αφορά τους ανθρώπους, η Donatella Marazziti, Καθηγήτρια Ψυχιατρικής και Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ψυχοφαρμακευτικής του Πανεπιστημίου της Πίζας, διαπίστωσε ότι τα πρώιμα στάδια του ρομάντζου συνδέονται με τα μειωμένα επίπεδα του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνης και ενός υποδοχέα της.

Αυτά μειώνονται, επίσης, κατά τη διάρκεια ψυχαναγκαστικής και καταναγκαστικής διαταραχής. Δεδομένου ότι και τα δύο (σε διαφορετικό βαθμό) μπορούν να προκαλέσουν και να αυξήσουν τα συναισθήματα άγχους και την αρνητική σκέψη, μπορούμε να θεωρήσουμε την αρχή μίας αγάπης ως μία ήπια μορφή ψυχαναγκαστικής συμπεριφοράς.

Το πρώιμο ρομάντζο χαρακτηρίζεται ακόμη, από υψηλά επίπεδα ορισμένων άλλων ουσιών, οι οποίες σχετίζονται με την αντίδραση στο στρες. Αφού κάποιος συμπληρώσει 12-18 μήνες σε μία σχέση, τότε τα επίπεδα σεροτονίνης και ουσιών του άγχους αποκαθίστανται σε φυσιολογικά επίπεδα.

Επιπλέον, ερευνητές όπως η Helen Fisher του τμήματος Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Rutgers και ο Semir Zeki του Πανεπιστημίου UCL του Λονδίνου, έχουν πραγματοποιήσει μελέτες, μέσω λειτουργικών μαγνητικών τομογραφιών, για να προσδιορίσουν τις περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται από την αγάπη.

Διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι που βιώνουν το ρομάντζο έχουν αυξημένη δραστηριότητα σε διάφορα μέρη του εγκεφάλου, που σχετίζονται με το σύστημα «ανταμοιβής» της ντοπαμίνης.

Η γονική αγάπη ενεργοποιεί περισσότερες από αυτές τις περιοχές, όμως όχι τον υποθάλαμο. Αυτό σημαίνει ότι ο υποθάλαμος μπορεί να είναι υπεύθυνος για την σεξουαλική συνιστώσα της ρομαντικής αγάπης.

Υπάρχουν και οι περιοχές που παρουσιάζουν μειωμένη δραστηριότητα, όπως η αμυγδαλή και ο μετωπιαίος και ο προμετωπιαίος φλοιός.

Η αμυγδαλή είναι συνδεδεμένη με τον φόβο και την αποστροφή στη μάθηση ή στο να μάθει κανείς από τα λάθη του. Ο μετωπιαίος και ο προμετωπιαίος φλοιός συνδέεται με τις εκτελεστικές λειτουργίες της ανάλυσης  και της κρίσης, την καθυστερημένη ικανοποίηση, καθώς και πρόβλεψη αποτελεσμάτων διάφορων γεγονότων.

Έτσι, η μειωμένη δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς του εγκεφάλου εξηγεί γιατί οι ερωτευμένοι δεν φαίνεται να έχουν πλήρη κατανόηση των συγκεκριμένων λειτουργιών.

Με άλλα λόγια, αυτό που μας λέει η φυσιολογία για την αγάπη είναι ό,τι γνωρίζαμε από την αρχή. Δηλαδή, ότι είναι μία αγχωτική κατάσταση που βρίσκεται ανάμεσα και συνορεύει με τον εθισμό και την ψυχαναγκαστική διαταραχή. Πράγμα που μπερδεύει την κρίση του ερωτευμένου και τον οδηγεί να λειτουργεί απερίσκεπτα.

Και όπως η αγάπη μεγαλώνει, η ταραχή δίνει τη θέση της στην ηρεμία. Και αυτό που μένει είναι πάντα ένα όμορφο συναίσθημα.

Δρ Helen Fisher – Γιατί οι άνθρωποι ερωτεύονται

Η φυσιολογία της αγάπης, πάντως, δεν είναι πλήρως κατανοητή και η έρευνα είναι ακόμα σε εξέλιξη. Οι ερευνητές στρέφονται συχνά στα ζώα για απαντήσεις, ώστε να μπορούν ενδεχομένως να διαβάσουν καλύτερα την εγκεφαλική δραστηριότητα που εμφανίζουν οι άνθρωποι, όταν είναι ερωτευμένοι.

Άλλωστε, παντού στο ζωικό βασίλειο συναντά κανείς ζευγάρια. Το αν ένα ζευγάρι κοκκινολαίμηδων πραγματικά αγαπιέται κανείς δεν το γνωρίζει, όμως είναι ειλικρινά ενδιαφέρον το γιατί τα ζώα ενώνονται. Την απάντηση σε αυτό προσπαθούν να βρουν οι βιολόγοι, που θέλουν να αποκρυπτογραφήσουν τη φυσιολογία που κρύβεται πίσω από το ερωτικό δέσιμο και την αγάπη.

Μαθαίνοντας από τα ζώα

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι μία μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε από ερευνητική ομάδα πριν μερικά χρόνια. Για να διαλευκάνουν το μυστήριο πίσω από τον έρωτα και το δέσιμο των ζευγαριών, η συγκεκριμένη ομάδα ερευνητών μελέτησε μία οικογένεια τρωκτικών με 155 διαφορετικά είδη, γνωστά συλλογικά με το όνομα vole.

Οι ερευνητές επέλεξαν ένα ζευγάρι ενός είδους του συγκεκριμένου τρωκτικού που ζει στις πεδιάδες και ένα ζευγάρι ενός είδους που ζει στα ορεινά. Πρόκειται για δύο συγγενικά είδη, όμως έχουν μία σημαντική διαφορά στη συμπεριφορά ζευγαρώματός τους. Τα τρωκτικά που ζουν στην πεδιάδα κάνουν δεσμούς που διαρκούν για όλη τους τη ζωή, ενώ εκείνα που ζουν στα ορεινά είναι πολυγαμικά.

Το έργο του Thomas Insel, Διευθυντή του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας των ΗΠΑ και των συναδέλφων του, οι οποίοι παρακολούθησαν τα δύο ζευγάρια, έδειξε ότι οι διαφορετικές συμπεριφορές ζευγαρώματος συνδέονται με τις ορμόνες ωκυτοκίνη και βαζοπρεσσίνη.

Στους ανθρώπους, τα επίπεδα της ωκυτοκίνης -γνωστής και ως ορμόνης της αγάπης και του έρωτα- είναι γνωστό ότι αυξάνονται κατά τον τοκετό, τη γαλουχία και τον έρωτα, ακόμα κι όταν ακουμπάμε ο ένας τον άλλον, ενώ η βαζοπρεσσίνη ρυθμίζει τα νεφρά και συστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία.

Ακόμα και το άγγιγμα, διεγείρει την «ορμόνη της αγάπης».

Μία πιο πρόσφατη έρευνα έχει συνδυάσει και συνδέσει τις δύο αυτές ορμόνες με πολλές κοινωνικές συμπεριφορές, όπως το να εργάζεται κανείς συνεργατικά, να επιλέγει συντρόφους ή να αναγνωρίζει τα συναισθήματα των άλλων. Η ωκυτοκίνη, ειδικότερα, φαίνεται να ηρεμεί τις όποιες αντιδράσεις των ανθρώπων και να βοηθά στην εμφάνιση της εμπιστοσύνης μεταξύ τους.

Η διαφορά μεταξύ των δύο ειδών τρωκτικών που εξετάστηκαν στην προ ετών μελέτη, διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται στην κατανομή των υποδοχέων ωκυτοκίνης και βαζοπρεσσίνης στον εγκέφαλό τους.

Ειδικότερα, τα μικρά τρωκτικά της πεδιάδας έχουν υψηλότερη πυκνότητα των δύο ειδών υποδοχέων στην αμυγδαλή, την περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με τον σχηματισμό της μνήμης που βασίζεται στο συναίσθημα, σε σχέση με τα τρωκτικά του βουνού.

Και οι δύο ορμόνες απελευθερώνονται όταν τα τρωκτικά της πεδιάδας ζευγαρώνουν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ισχυροί δεσμοί. Όταν η απελευθέρωση των ορμονών εμποδίζεται, τότε το είδος γίνεται επιπόλαιο. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα τρωκτικά που ζουν στα ορεινά, αν τροποποιηθούν γενετικά ώστε να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά εκείνων των πεδιάδων, τότε γίνονται μονογαμικά.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...