Σήμερα θα πιαστούμε από φράσεις του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Ο Καμπανέλλης ήταν ένας σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος και Ακαδημαϊκός. Το 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι το 1945, οπότε και απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις. 
Επέστρεψε στην Ελλάδα, μαγεύτηκε από τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης, προσπάθησε να γίνει ηθοποιός αλλά δεν τα κατάφερε γιατί δεν είχε απολυτήριο Γυμνασίου. Έτσι αποφάσισε να αφοσιωθεί στο γράψιμο. «Η Αυλή των θαυμάτων», «Η Γειτονιά των αγγέλων», «Μαουτχάουζεν», «Το μεγάλο μας τσίρκο» «Παραμύθι χωρίς όνομα» ακόμα και το σενάριο της ταινίας «Στέλλα» αλλά και πολλά άλλα ήταν δικά του. Πίστευε ότι «Το θέατρο και η σκηνή είναι κατεξοχήν χώρος όπου ο άνθρωπος αναζητά αυτό που είναι ή θα μπορούσε να είναι… 
Η τέχνη δεν διδάσκει. Διαπιστώνει και ύστερα αποκαλύπτει. Το θέατρο είναι η «διάγνωση» της περιπέτειας της ανθρώπινης συνείδησης. Φανερώνει, αλλά δεν δίνει λύσεις. Πρόκειται στην ουσία περί επιστροφής του προβλήματος. Σα να ζεις ξανά και ξανά το τραύμα σου μέχρι να το κατανοήσεις καλύτερα.. O θεατής δεν μπορεί να δει το πρόβλημά του και ο συγγραφέας τού το παραδίδει σε μορφή που να μπορεί να δει τι του συμβαίνει και γιατί.» Για την ανάγκη του να γράψει έλεγε: «Γράφω μόνο όταν αυτό που γράφω με συναρπάζει και μόνο εφόσον η συναρπαγή εξακολουθεί μέχρι τέλους. Και το παραδίδω για παράσταση μόνο εάν πιστεύω στο αποτέλεσμα. 
Πριν πιάσω μολύβι και χαρτί και αρχίζω να γράφω, χρειάζομαι να πιστεύω ότι ξέρω τα πρόσωπα του έργου τόσο καλά, όσο κάποιους πολύ γνωστούς μου ανθρώπους, που έχω στενές σχέσεις μαζί τους επί χρόνια. Από τα πρώτα χρόνια που καταπιάστηκα με το θέατρο ήθελα η σχέση μου με τα πρόσωπα που θα κατοικήσουν στα έργα μου να είναι ίδια με αυτό που μας συμβαίνει στη ζωή, όταν κάποιος δικός μας, μας κοιτάζει στα μάτια και μας λέει «έχω ανάγκη να σου εκμυστηρευτώ τι μου συμβαίνει». Η θέση μου αυτή ήταν μοιραία αφού κατάγομαι από την ματωμένη εποχή του πολέμου, της κατοχής, των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, των εμφυλίων συγκρούσεων. 
Εποχή που η ζωή, ο άνθρωπος και οι αξίες τους είχαν διασυρθεί, εκμηδενιστεί, σκορπιστεί στους πέντε ανέμους… Xαρακτηριστικό της γενιάς μου είναι ότι μας κυοφορούσε η εποχή. Δύσκολα χρόνια, με φόβο αλλά και ελπίδες για να αγωνιστούμε και να νικήσουμε τις δυσκολίες με το πάθος και το μυαλό μας…. Όταν βγήκα από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, είχα μια αίσθηση ματαιότητας και έβλεπα τη ζωή με την ωριμότητα ενός γέρου. Αυτή η εμπειρία μου αφαίρεσε στη μελλοντική μου ζωή την τάση που έχει κάθε άνθρωπος να είναι κάποιες στιγμές κακός. Δεν παριστάνω τον άγιο, δεν λέω ότι το κατάφερα. Αλλά ο συναισθηματικός μου κόσμος, η διανόησή μου, η προσωπικότητά μου, συγκροτήθηκαν εκεί. Αν δεν είχα ζήσει αυτή την εμπειρία, δεν θα ήμουν αυτός που είμαι…. Και γιαυτό είχα πάντα την ανάγκη να μιλήσω. Να μοιραστώ όσα μπορώ και προλαβαίνω.. 
Όταν μου ερχόταν η διάθεση και η ανάγκη, άφηνα τα πάντα και πήγαινα να γράψω. Από εκείνη τη στιγμή, δύσκολα θα «εγκατέλειπα» τους χαρακτήρες μου για να κάνω κάτι άλλο. Φορές που έχει χρειαστεί να διακόψω, έχω «τσακώσει» τον εαυτό μου να τους λέει: «Περιμένετε και καθήστε φρόνιμα, δεν θ’ αργήσω»… Θεωρώ τον εαυτό μου ερασιτέχνη συγγραφέα. Δεν γράφω επειδή μπορώ, αλλά επειδή θέλω. Το «θέλω» είναι εσωτερική ανάγκη, το «μπορώ» είναι κάτι άλλο πιο απλό, είναι μια απλή δουλειά. Το γράψιμο για μένα πρέπει να είναι ανάγκη – υπαρξιακή, ψυχική και εξομολογητική…» Για τους Έλληνες έλεγε «Θα έλεγα πως ο Έλληνας δεν έχει εφοδιαστεί ή δεν έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα να μαθαίνει. Και όχι προς Θεού για να το παρακάνει, αλλά για να αποκτά όσες γνώσεις χρειάζονται για μια πληρέστερη αυτογνωσία και αυτοπροστασία. Προσωπικά πιστεύω πως αν οι Έλληνες ήξεραν καλά τον τόπο τους. την ιστορία τους, τον πολιτισμό και τον χαρακτήρα τους, θα ήταν πολύ λιγότερο εκτεθειμένοι στις κάθε λογής ξενηλασίες…» 
Αλλά και σε ένα αδημοσίευτο κείμενο που αφορούσε την δοκιμασία του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν έλεγε: «Είμαι ένας από τους επιζήσαντες κρατούμενους στο SS στρατόπεδο συγκεντρώσεως και εξοντώσεως του Μαουτχάουζεν. Ένας από εκείνους που τον Μάιο του 1945 κλαίγοντας και ελπίζοντας εφώναζαν ποτέ πια! Ήταν τότε που οι οπαδοί του ναζισμού έχασαν τον πόλεμο….. Ο ναζισμός όμως επέζησε. Κυρίως γιατί αιώνιες κοινωνικές πληγές αφέθηκαν αθεράπευτες. Ο ναζισμός δεν άρχισε με τον Χίτλερ, γι’ αυτό και δεν τον πήρε μαζί του, δεν εμφανίστηκε μόνο στη Γερμανία, γι’ αυτό και δεν επανεμφανίζεται μόνο εκεί. Αλλά παντού όπου ουσιαστικά κοινωνικά προβλήματα τον τρέφουν. Και ο κίνδυνος τώρα δεν είναι η εμφάνιση ενός νέου Χίτλερ και η σπορά ενός άλλου μεγάλου πολέμου. Ο κίνδυνος είναι η αδιαφορία για τα αίτια που αναγεννούν τον ναζισμό και εν συνεχεία η απάθεια και η ανοχή για ένα φαινόμενο που μπορεί να εξελιχθεί σε μαζική διανοητική μόλυνση. Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν αρχίζουν στα πεδία των μαχών, ούτε οι ολέθριες πολιτικές ιδεολογίες ξεκινούν από μαζικές συγκεντρώσεις, σε πλατείες. 
Αρχίζουν ανύποπτα στους χώρους της καθημερινής μας ζωής, ξεκινούν ακόμη και μέσα απ’ το ίδιο μας το σπίτι. Εκεί φωλιάζουν όλα. Γι’ αυτό μόνο με την πίστη σε μια καθημερινή ζωή, που να μας χωράει όλους, απροκατάληπτη και δίκαιη προς όλους μπορούμε έστω και καθυστερημένα να πετύχουμε αυτό που τόσο προσδοκούσαμε τον Μάιο του 1945: ένα πραγματικό ποτέ πια

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...