Η ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ: Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ “ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗΣ” ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΓΚΑΛΒΙΝ

Το βιβλίο του Robert Kolker Οι γυναίκες που επιβίωσαν (Εκδόσεις Ίκαρος, μετάφραση Βαγγέλης Προβιάς) ρίχνει φως στην ασυνήθιστη ιστορία της οικογένειας Γκάλβιν, με δώδεκα παιδιά, γεννημένα από το 1945 μέχρι το 1965, έξι από τα οποία διαγνώστηκαν με σχιζοφρένεια, και αποτέλεσε σταθμό στην κατανόηση της νόσου. H ανάγνωσή του ήταν ταυτόχρονα απολαυστική (ως λογοτεχνικό κείμενο) και συγκλονιστική (ως αληθινή ιστορία). Ολοκληρώνοντάς το, και αφού είχα κρατήσει κάμποσες σημειώσεις, αναζήτησα τον Αθανάσιο Αλεξανδρίδη, ψυχίατρο, παιδοψυχίατρο και ψυχαναλυτή, για να συζητήσουμε για το πάντοτε επίκαιρο και ακανθώδες ζήτημα της ψυχικής υγείας στην οικογένεια.

Κ. Αλεξανδρίδη, να σας ζητήσω καταρχάς να μου πείτε την αίσθηση που σας άφησε το βιβλίο αυτό, που συνδυάζει λογοτεχνία και ιστορία της ψυχιατρικής.
Καλησπέρα σας. Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και τη δυνατότητα να μιλήσω για την αξιόλογη δουλειά του Kolker. Οι γυναίκες που επιβίωσαν είναι ένα ογκώδες βιβλίο 600 σελίδων, που σε καμιά στιγμή δεν χάνει τον ρυθμό του. Αυτό δεν είναι περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι περιγράφει τα τραγικά, ως επί το πλείστον, γεγονότα μιας πολύπαθης οικογένειας με δέκα αγόρια που πάσχουν ή απειλούνται από σχιζοφρένεια και δύο κορίτσια που υφίστανται ψυχική, σωματική και σεξουαλική βία μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Οι λογοτεχνικές και δημοσιογραφικές  ικανότητες του συγγραφέα επιτρέπουν να δοθεί όλο το σκοτεινό κλίμα με ισορροπία, χωρίς να προκαλεί ηδονοβλεπτικές τάσεις στον αναγνώστη, αλλά και χωρίς να κρύβει το διαταρακτικό που, όπως ξέρουμε από την ψυχανάλυση, πάντα ελκύει. Αυτό, όμως, που είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι ότι παράλληλα και αλληλένδετα με την ιστορία της οικογένειας Γκάλβιν δίνεται και η ιστορία της εξέλιξης των θεωριών και των ερευνών για τη σχιζοφρένεια στις ΗΠΑ κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια με τρόπο «μυθιστορηματικό» δηλαδή εύληπτα και ευχάριστα για τον αναγνώστη.

Δώστε μας τον ορισμό της σχιζοφρένειας. Διότι είναι παρεξηγημένη έννοια και ο σχιζοφρενής ταυτίζεται με μια σειρά από κινηματογραφικούς ήρωες θρίλερ, στη συνείδηση των πολλών.
Δυστυχώς, συχνά οι κοινωνικές αναπαραστάσεις για τους ψυχικά πάσχοντες, όπως δίνονται από τις ταινίες, την τηλεόραση και την κακή δημοσιογραφία είναι πολύ μακριά από την αλήθεια. Έχουν υπάρξει αξιόλογες σχετικές ταινίες για τη σχιζοφρένεια, που όμως έχουν δει ελάχιστοι άνθρωποι. Δεν θα ήθελα να σας δώσω έναν ορισμό για τη νόσο, αλλά μια βιωματική περιγραφή του σχιζοφρενή. Με αυτή τη μετατόπιση θέλω να τονίσω ότι πρέπει να μιλάμε πάντοτε για άτομα που πάσχουν και όχι για μια αφηρημένη έννοια.
Ο σχιζοφρενής είναι ένας πολύ δυστυχισμένος, άτυχος και τραγικός άνθρωπος που στις εκλάμψεις του διαισθάνεται πόσο βαθιά άρρωστος είναι (τότε δυστυχώς κάποιοι αυτοκτονούν) και στις κρίσεις του είναι τόσο άρρωστος που δεν έχει καμιά συναίσθηση του πραγματικού περιβάλλοντος. Κατακλύζεται από τεράστιους τρόμους θανάτου, διάλυσης του εαυτού του και του κόσμου, από ψευδαισθήσεις και παραληρήματα καταδίωξης και κατοχής του μυαλού του από «άλλους», από αγωνίες και φαντασιώσεις σεξουαλικής κακοποίησης και όποια άλλη απειλή μπορείτε να φανταστείτε. Το παραλήρημα «μεγαλείου», που συχνά παρατηρούμε, θεωρείται από την ψυχοδυναμική ψυχιατρική και την ψυχανάλυση ως προσπάθεια υπεραναπλήρωσης απέναντι στη μηδαμινότητα. Θέλω να τονίσω ότι οι σχιζοφρενείς συχνότατα είναι αδρανείς και ανεσταλμένοι, σπάνια επιθετικοί, σίγουρα λιγότερο βίαιοι από τους λεγόμενους «κανονικούς». Ο μύθος του επικίνδυνου σχιζοφρενούς πρέπει να αντικατασταθεί από την αλήθεια του επικίνδυνου «κανονικού».

Πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πάμε τώρα στο ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο και, νομίζω, αφορά όλες τις ψυχικές νόσους: «Κληρονομικότητα ή ανατροφή»; Ποια είναι η δική σας θέση;
Η θέση μου έπειτα από πολλά χρόνια κλινικής εργασίας με σχιζοφρενείς, (έχω κάνει τη διατριβή μου της Ιατρικής σε αυτούς) ψυχωτικούς ενήλικες και παιδιά, (έχω κάνει τη διατριβή μου της Ψυχολογίας σε αυτά) είναι «κληρονομικότητα ΚΑΙ ανατροφή». Όμως αυτό πρέπει να εξηγηθεί για να μην πέφτουμε στις ακρότητες που έπεσαν, αναζητώντας τον έναν πόλο και αποκλείοντας τον άλλο, για πολλά χρόνια οι ερευνητές και οι κλινικοί θεραπευτές. Αυτή η ταλάντωση δίνεται πολύ καλά από το βιβλίο και προτείνω ένθερμα στον αναγνώστη να τη μελετήσει ψύχραιμα. Εν συντομία, η κληρονομικότητα υπάρχει αλλά δεν είναι τόσο άμεση, εμφανής και γραμμική όσο φανταζόμαστε. Για παράδειγμα, δεν πάει από τους γονείς στα παιδιά στατιστικά περισσότερο απ’ ό, τι στον «υγιή» πληθυσμό. Η ανατροφή σε πολυπροβληματικές οικογένειες θα δώσει μεγαλύτερο αριθμό ψυχικών, ψυχοσωματικών και κοινωνικών διαταραχών. Όλες οι μελέτες συγκλίνουν στη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης και της πρόωρης, μερικές φορές και προληπτικής, ψυχοκοινωνικής ένταξης και θεραπείας. Γι’ αυτό πρέπει να αναπτυχθούν όσο γίνεται περισσότερο οι υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας του παιδιού και της οικογένειας.

Ένας όρος που γνώρισα διαβάζοντας την ιστορία των Γκάλβιν και μαθαίνοντας για τη σχιζοφρένεια είναι η «σχιζοφρενογόνος μητέρα». Θέλετε να μας τον εξηγήσετε και να μας πείτε γιατί τελικά καταρρίφθηκε ο χαρακτηρισμός των μαμάδων ως τέτοιων;
Πρόκειται για μια ψυχαναλυτική θεωρία που επεκτάθηκε και στις μητέρες των παιδιών με παιδική ψύχωση και αυτισμό. Δυστυχώς, από την αρχή παρανοήθηκε τόσο από τους επιστήμονες όσο και από το ευρύ κοινό και δυστυχώς πλήγωσε και ενοχοποίησε αναίτια τις μητέρες και γενικότερα τους γονείς των πασχόντων. Η θεωρία της «σχιζοφρενογόνου» μητέρας δεν αφορά την πραγματική μητέρα, αλλά την «μητέρα» ως εσωτερικευμένη υπόσταση στον ψυχισμό του ατόμου. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια αντικειμενική συνθήκη, αλλά για τον τρόπο που υποκειμενικά το πάσχον άτομο «διάβασε» την πραγματική του μητέρα. Όσοι έχουμε δουλέψει με οικογένειες έχουμε δει παιδιά απόλυτα υγιή μέσα σε εξαιρετικά άρρωστο οικογενειακό περιβάλλον και το ακριβώς αντίστροφο.Η οικογένεια που άλλαξε όσα γνωρίζαμε για τη σχιζοφρένεια

Σε κάθε περίπτωση, η ψυχανάλυση και η ψυχιατρική έχουν συχνά στο στόχαστρο τις μητέρες. Γιατί; Πόση είναι στ’ αλήθεια η ευθύνη που μας αναλογεί για τις ψυχικές νόσους που θα εκδηλώσουν τα παιδιά μας; Οι πατεράδες πού βρίσκονται στην εξίσωση;
Έχετε δίκιο που επιμένετε στην ερώτηση. Λοιπόν, η ψυχανάλυση, τουλάχιστον, ποτέ δεν μιλά για τη «μητέρα» και  τον «πατέρα», αλλά για «μητρική και πατρική λειτουργία». Με απλά λόγια: για τις πρακτικές φροντίδας και εγκατάστασης κανόνων μέσα σε ένα οικογενειακό σύστημα. Όπως καταλαβαίνετε, μητρική και πατρική λειτουργία ασκείται και από τους δύο γονείς, αλλά και από άλλα μέλη εντός και εκτός της οικογένειας. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη το καίριο ζήτημα της υποκειμενικής ανάγνωσης του κάθε μέλους της οικογένειας, τότε κινούμαστε σε μια πραγματικότητα τόσων πολλών παραγόντων που κάθε προσπάθεια αιτιολογικής απόδοσης της νόσου σε έναν παράγοντα δεν είναι παρά αντι-επιστημονική. Η μελέτη των ψυχικών νόσων, αλλά και των νόσων γενικότερα, και ακόμη γενικότερα των κοινωνιών (στους ανθρώπους και στα ζώα) ανέδειξε την πολυπλοκότητα. Δυστυχώς αυτή τη θέση δύσκολα μπορούν να την αντέξουν και να ζήσουν με αυτήν οι άνθρωποι. Οι περισσότεροι καταφεύγουν σε δογματικές απλουστεύσεις για όλα τα θέματα.
Πάντως ο καλός κλινικός γιατρός σκέφτεται όχι την εφαρμογή και την επαλήθευση μιας θεωρίας αλλά το πώς –συνδυάζοντας θεωρητικές γνώσεις, την εμπειρία του αλλά και την διαίσθησή του και την ενσυναίσθησή του σχετικά με τον πάσχοντα και την οικογένειά του– θα προσπαθήσει μαζί τους να βρει την καλύτερη, άρα εξειδικευμένη, για αυτούς λύση. Θα συνεργαστούμε, θα γίνουμε μέρος του προβλήματος και όχι ένα επιπλέον πρόβλημα, στοχεύοντας και προσδοκώντας τη βελτίωση και, αν είναι δυνατόν, τη λύση του προβλήματος. Αυτή είναι και κεντρική αρχή που διατρέχει και όλα τα βιβλία μου της σειράς Σχολή Ανήσυχων Γονέων.

Οι γιοι των Γκάλβιν εκδήλωσαν τα πρώτα σημάδια της νόσου κατά την εφηβεία τους. Πράγματι, η σχιζοφρένεια κάνει την εμφάνισή της σε αυτή την ηλικία; Ή είναι δυνατόν να εκδηλωθεί και σε μικρότερα παιδιά; Και αν κάποιος περάσει στην ενήλικη ζωή, χωρίς να έχει δείξει κάποια ανησυχητικά σημάδια, σημαίνει ότι δεν θα νοσήσει;
Είναι γεγονός ότι η σχιζοφρένεια, στις περισσότερες περιπτώσεις,  εκδηλώνεται κατά το πέρασμα στην ενήλικη ζωή, όταν δηλαδή το άτομο έχει να διαχειριστεί συγχρόνως πολλά ζωτικά θέματα και περνάει σε άλλη υπαρξιακή συνθήκη. Με αυτόν τον γνώμονα, σχιζοφρενική και προβληματική διαταραχή μπορεί να εκδηλωθεί σε όλες τις ηλικίες. Δεν μιλάμε πλέον για σχιζοφρένεια στα παιδιά, μιλάμε για σχιζοειδείς καταστάσεις στους ανηλίκους, για σχιζοφρενικές κρίσεις στους ενήλικους. Κατά τη γνώμη μου, πάντως, γίνεται κατάχρηση της διάγνωσης και πολλοί ασθενείς που χαρακτηρίζονται ως σχιζοφρενείς δεν είναι. Ίσως είναι ψυχωτικοί, κάποιοι μάλιστα είναι οριακές οργανώσεις ή βαριές νευρώσεις. Η σωστή διάγνωση υποδεικνύει και τη σωστή θεραπεία και την πιθανή πρόγνωση.

Πώς ακριβώς εκδηλώνεται η σχιζοφρένεια ή μάλλον οι σχιζοειδής καταστάσεις;
Δεν έχει νόημα να κάνω έναν κατάλογο πιθανών συμπτωμάτων. Ας πω ότι κάποιοι ανήλικοι αρχίζουν να παρουσιάζουν κάποιες υπερβολικές εκκεντρικότητες, που προκαλούν έντονη αναταραχή και δυσφορία στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινωνία. Είναι η στιγμή για την οικογένεια να επισκεφθεί έναν ειδικό. Αυτός θα εκτιμήσει αν πρόκειται για θέματα της εφηβείας ή για αρχή κάποιας ψυχικής διαταραχής. Πάντως σε αυτές τις περιπτώσεις η ψυχοθεραπεία του εφήβου πολλές φορές θα έχει θετικά αποτελέσματα και, αν τύχει και εκδηλωθεί βαριά ψυχική νόσος, η ψυχική δομή θα είναι κάπως ενισχυμένη και θα αντέξει περισσότερο.

Στη χώρα μας θεωρείται ακόμα ταμπού ως και μια επίσκεψη σε παιδοψυχολόγο καθ’ υπόδειξη του σχολείου. Πόσω μάλλον σε παιδοψυχίατρο. Όμως, οι γονείς πρέπει να είναι προετοιμασμένοι; Πέραν των περιπτώσεων που οι συνεδρίες επιβάλλονται για λόγους «ανωτέρας βίας» (μαθησιακές δυσκολίες, διαζύγιο, μετακόμιση, ασθένεια, θάνατος στην οικογένεια κ.λπ.), πότε πρέπει να ανησυχήσει ο γονιός;
Δεν υπάρχει «ανωτέρα βία» για την επίσκεψη σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας. Οι περιπτώσεις που αναφέρατε, σε μια οικογένεια που λειτουργεί με καλούς εσωτερικούς δεσμούς, μπορούν να αντιμετωπισθούν ικανοποιητικά με τις δικές τους δυνάμεις. Ας σταματήσουμε την υποχρεωτική «ψυχολογοποίηση»/«παθολογοποίηση» των πάντων. Στον ειδικό πρέπει να πάνε όταν νιώσουν αυτοί ή τους πείσει το περιβάλλον ότι το «ζήτημα» τους ξεπερνά. Η αναστολή για την προσφυγή σε «ειδικό» μοιάζει να ξεπερνιέται στις μέρες μας, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό δείχνει μια ποιοτική αλλαγή. Η επίσκεψη σε «Ψ» έχει γίνει «της μόδας» και με αυτόν τον τρόπο τείνει να χαθεί το «βάθος» και η σοβαρότητα του διαβήματος. Παίρνει τον χαρακτήρα «κοινωνικής επίσκεψης», «φιλικής σχέσης δια βίου». Δυστυχώς σε αυτό συμβάλλουν οι πολλοί κακοί επαγγελματίες (μια έρευνα στα σάιτ τους θα σας το δείξει), η διαστροφική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η κακή δημοσιογραφία. Οι γονείς καλό θα είναι να αναζητήσουν θεραπευτές μέσα από καταλόγους επισήμων επιστημονικών εταιρειών, μέσα από δημοσιεύσεις έγκυρων επιστημονικών εκδόσεων ή εγκύρων περιοδικών ενημέρωσης, όπως για παράδειγμα το Τaλκ, που παρακολουθεί με συνέπεια και κριτική αυτά τα ζητήματα.

Τελικά, ένα ψυχικά ασθενές παιδί είναι «καταδικασμένο» να ζήσει και την ενήλικη ζωή του με δυσκολίες, συνεδρίες και φάρμακα, τα οποία όταν θα σταματάει θα οδηγείται σε κρίσεις; Οι ψυχικές ασθένειες θεωρούνται ανίατες;
Για την κάθε ερώτησή σας θα μπορούσαμε να απαντήσουμε γράφοντας ένα βιβλίο… Συνοπτικά: Δεν δέχομαι τον όρο «καταδικασμένο», όχι μόνο γιατί αυτή είναι η επιστημονική και υπαρξιακή μου τοποθέτηση, αλλά διότι έχω δει και ισορροπημένα άτομα στα οποία συγκαταλέγονται σχιζοφρενείς και πρώην αυτιστικά και ψυχωτικά παιδιά. Το ερώτημα αν θα παίρνουν ή όχι θεραπεία βρίσκεται σε λάθος κατεύθυνση. Ας παίρνουν ό,τι χρειάζεται, με γνώμονα πάντα «το επαρκώς αναγκαίο», φτάνει να είναι καλά! Ανίατες θα πρέπει να θεωρούνται οι ασθένειες με οργανικό υπόστρωμα αλλά και για αυτές, κανονικά, υπάρχει δυνατότητα «θεραπείας», δηλαδή καλής πλαισίωσης. Γιατί δεν πρέπει να συγχέουμε «θεραπεία» και «ίαση». Δεν είναι συνώνυμα!

Τέλος, λίγα λόγια για το στίγμα που ακολουθεί τους ψυχικά ασθενείς. Ναι μεν τα πράγματα είναι βελτιωμένα –και σε αυτό έχει βοηθήσει σίγουρα ο δημόσιος διάλογος και οι νοσούντες που μιλούν για την ασθένειά τους– όμως έχουμε δρόμο μπροστά μας. Τι θα θέλατε εσείς ως θεραπευτής να γίνει σε πανελλήνια κλίμακα, ώστε να μη στοχοποιούνται οι «τρελοί» κάθε ηλικίας;
Έχω να σας προτείνω κάτι. Ας ανοίξουμε στο Taλκ μια δημόσια διαβούλευση με αυτό το θέμα για να πάρουμε γνώμες από όλες τις πλευρές. Εγώ, μαζί με κάποιους φίλους επιστήμονες-ερευνητές, θα σας βοηθήσω στην επεξεργασία των απαντήσεων και ίσως διαπιστώσουμε κάτι που θα αντανακλά τη δυναμική της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με το θέμα του στίγματος. Πάντως, όπως έχω γράψει και παλαιότερα για το θέμα της «αναπηρίας» και με τη θέση μου συμφωνούν και οι οργανώσεις των αναπήρων, η τάση του δήθεν «πολιτικά σωστού», που δεν αναγνωρίζει πουθενά και σε τίποτε τη «νόσο», έχει καταστροφικές συνέπειες γιατί συχνά δίνει το άλλοθι στις κυβερνήσεις να περικόπτουν τα κονδύλια για θεραπευτικές, παιδαγωγικές και κοινωνικές ειδικές δομές, αφού «κανένας δεν είναι άρρωστος»! Αλλά χωρίς αυτές, η κοινωνική ένταξη των διαφορετικών και των ευάλωτων ανθρώπων είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων, ανέφικτη!

Πηγή: talcmag.gr